Γέροντας Ιωσήφ Ησυχαστής και Σπηλαιώτης

Σχολιάστε

Ο Όσιος Ιερόθεος της Βατοπαιδινής Σκήτης του Αγίου Δημητρίου (1762-1814)

Σχολιάστε

 

Βατοπαιδινή  Σκήτη του Αγίου Δημητρίου.

 

1. Συνοπτικό βιογραφικό σχεδίασμα

Ο μακάριος γέρων Ιερόθεος «ήτον γέννημα και βλαστός της περίφημου Πελοποννήσου, ήτοι του Μωρέως, από την επαρχίαν του αγίου Κορίνθου, από ένα χωρίον καλούμενον Συλίβενα (του ποταμού όπου συνορεύει με την επαρχίαν του αγίου Κυρνίτης)».
Γεννήθηκε κατά το έτος 1762, από τον Γεώργιο και την Μαλάμω, γονείς «θεοσεβείς, φιλαδέλφους, φιλογείτονες, φιλόπτωχους και ελεήμονες», ως δευτερότοκος υιός τους, και «αναγεννηθείς δια, του αγίου Βαπτίσματος, ωνομάσθη Ιωάννης». Ο βιογράφος του δεν μας παρέχει, δυστυχώς, περισσότερες πληροφορίες για την παιδική του ηλικία μνημονεύει, πάντως, πως «ήτον προς τους γονείς του κατά πάντα υπήκοος, εις όσα, δηλαδή, πρέπει να υποτάσσωνται τα τέκνα εις τους γονείς αυτών», καθώς και ότι βασική του απασχόληση ήταν η διαποίμανση του κοπαδιού που διατηρούσαν οι κτηνοτρόφοι –προφανώς- και γεωργοί γονείς του.
Σε ηλικία εννέα μόλις ετών, κατά το έτος 1771, «απαρνείται τον κόσμον και τα εν κόσμω, γονείς, συγγενείς, φίλους, συνομηλίκους και πάσαν περιουσίαν και όλα τα χαρμόσυνα και ηδέα λεγόμενα του παρόντος και ματαίου αιώνος». Η μητέρα του Μαλάμω τον πηγαίνει στο μοναστήρι τοϋ αγίου Γεωργίου του Φονέως, όπου τον εμπιστεύεται στον θείό του και ηγούμενο της Μονής Μακάριο. Αφορμή γι΄ αυτήν την «παιδιόθεν» αφιέρωση και προσαγωγή του μικρού Ιωάννου στην αγγελική πολιτεία υπήρξε ένα θαυμαστό περιστατικό που συνέβη κατά την περίοδο που αυτός έβοσκε το ποίμνιο των γονέων του. Συγκεκριμένα, η «θαυματουργικώ τω τρόπω» διάσωση του από πτώση που επέφερε βέβαιο θάνατο στον γκρεμνό Άββορο, συνεκλόνισε βαθύτατα την ψυχή της λίαν ευσεβούς εκείνης μητρός, η οποία υπεσχέθη τότε προς την Θεοτόκο και τον άγιο Γεώργιο: «Παναγία μου Θεοτόκε, βοήθησον και, άγιε μεγαλομάρτυς Γεώργιε, πρόφθασον και γλύτωσε το παιδίον μου να μην άποθάνη και να το φερω εις το μοναστήριον σου να γένη καλόγηρος»· καθώς επίσης και: «Παναγία μου, βοήθησον […] άγιέ μου Γεώργιε, βοήθησον και ιάτρευσον το παιδίον μου και να τελειώσω εκείνο όπου σου έταξα».
Τούτο, λοιπόν, το ευλαβικό «τάμα» της «φιλοθέου άμα δε και φιλοτέκνου» αυτής μητρός, η κλίση του νεαρού Ιωάννου προς το «μοναδικό επάγγελμα» και κυρίως η κλήση που «παρά Θεού» είχε λάβει, τον οδήγησαν από την παιδική του ηλικία στο μοναστήρι για να ακολουθήσει την παράδοση της οικογενείας του, καθ΄ ότι ο πάππος του ήταν ιερεύς, αλλά και δύο ακόμη θείοί του ιερομόναχοι.
Στο μοναστήρι εκείνο και κοντά στον θείό του Μακάριο, ο Ιωάννης εδιδάχθη τα γράμματα μέσα από τις Ακολουθίες της Εκκλησίας, μια και λόγω του νεαρού της ηλικίας του, αφ΄ενός, και των επιδρομών των Αρβανιτών, αφ΄ ετέρου, είχε κάμει μόνο λίγες ημέρες στο σχολείο. Η πολιτεία του ήταν υποδειγματική. Ο ηγούμενος θείός του, μαζί με την «κατά κόσμον» μόρφωση -πού γρήγορα αφομοίωσε, καθ΄ότι «ήτον φυσικά πολλά ευφυής και οξύνους»- του έδίδαξε και την «ευταξίαν του μοναδικού επαγγέλματος»· και «προβαίνοντας εις την ηλικίαν, πρόθυμος εφαίνετον εις τα πάντα και επαινετός». Σε μικρή σχετικά ηλικία εχειροθετήθη αναγνώστης από τον άλλο θείό του, τον Μητροπολίτη Λακεδαιμόνιας Πανάρετο, και αργότερα εκάρη δόκιμος μοναχός μετονομασθείς Ιωσήφ. Ανέλαβε επιπλέον τις διακονίες του εκκλησιάρχη και διαβαστή, στις οποίες αγωνιζόταν και «υπηρετούσεν […] με πολλήν επιμέλειαν και προθυμίαν, έως όπου έζη ο θείος του».
Η καθημερινή του απασχόληση στην εκκλησία, η αναστροφή του με τους πατέρες της Μονής και η μελέτη των άθλων και μαρτυρίων των αγίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, προκαλούν στον Ιωσήφ θαυμασμό και κατάνυξη, συνάμα δε και φλογερό πόθο για «να άκολουθήση την ζωήν και πολιτείαν τους». Ο πόθος αυτός ανάπτει περισσότερο και κατακαίει την καρδιά του όταν πληροφορείται με λεπτομέρειες τη ζωή των Αγιορειτών μοναχών από κάποιον ιερομόναχο της Μονής Ξενοφώντος που επεσκέφθη τη Μονή τους. Τότε, χωρίς πολλή σκέψη, φεύγει κρυφά απ΄τη Μονή, μαζί με ένα ακόμη αδελφό, με προορισμό το Άγιον Όρος. Δεν είχε, όμως, φθάσει για τον νεαρό και «αγένειο» ακόμη Ιωσήφ η κατάλληλη στιγμή για να ησυχάσει και επιδοθεί στους ασκητικούς αγώνες της αθωνικής μοναχικής πολιτείας. Ο θείός του, αντιλαμβανόμενος το γεγονός, «στέλνει δύο αδελφούς και τον προφθάνουν εις τον δρόμον όπου περνά κοντά από το χωρίον, Καστανιά λεγόμενον, και τον εγύρισαν εις το μοναστήριον».
Στην υπακοή του ηγουμένου θείου του παραμένει έως το έτος 1782, κατά το οποίο αυτός «απέδωκε το κοινόν χρέος, κοιμηθείς εν Κυρίω». Μετά την εκδημία του θείου του εγκατεβίωσε στο μοναστήρι του αγίου Γεωργίου Φενεού πέντε ακόμη έτη, αγωνιζόμενος σε όλες τις αρετές, μάλιστα δε «υποπιάζων και δουλαγωγών» το φθαρτό σώμα του επί τριετίαν, εργαζόμενος στα «ζευγάρια του μοναστηρίου».
Ο νους του, όμως, ήταν πάντοτε στραμμένος προς την απόλυτη μόνωση και υποταγή· αφ΄ ενός μεν το θεόσταλτο δράμα «του Δεσπότου Χριστού», το οποίο κυριολεκτικά τον συνεκλόνισε, αφ΄ ετέρου δε ο βίος των αγίων Ιωάννου και Συμεών του διά Χριστόν Σαλού, ο οποίος αποτελούσε προσφιλές του ανάγνωσμα, τον ωθούν τελικά να πάρει την απόφαση για φυγή προς τον «φυχοσωτήριον τόπον» του Άθωνος, του «Περιβολιού της Παναγίας».
Κατά το έτος 1787, σε ηλικία 25 ετών, αναχωρεί από τη Μονή του Μωρέως -έπειτα από 16 συναπτά έτη παραμονής του εκεί- μαζί με δύο ακόμη αδελφούς, οι οποίοι «ήσαν κολλημένοι εις την αγάπην του και είχον συμφωνίαν να μή χωρίσουν από λόγου του πώποτε». Πρώτος σταθμός τους ήταν η Ύδρα, όπου βρίσκουν καΐκι και μεταβαίνουν στο Άγιον Όρος. Εκεί επισκέπτονται πρώτα την Ι. Μονή Ξηροποτάμου, όπου ο Ιωσήφ «προσκυνώντας και ασπαζόμενος το Τίμιον και Ζωοποιόν Ξύλον του Ζωηφόρου Σταύρου και τα άγια λείψανα όπου εκεί ευρίσκονται και συνομιλώντας με τους εκείσε πατέρας, ευφράνθη το πνεύμά του λαμβάνοντας ολίγην αναφυχήν». Η επιθυμία του να βρεθεί στο Άγιον Όρος είχε ήδη εκπληρωθεί· σοβαρότερο όμως μέλημα του ήταν να βρει «τινα άγιον άνθρωπον και πνευματικόν» και να επιδοθεί στην απόλυτη υπακοή και εκκοπή του προσωπικού του θελήματος.
Η αναζήτηση αυτή τον οδηγεί στο Πρωτάτο των Καρυών, όπου, στο κελλί του άγιου Σπυρίδωνος, βρίσκει δύο μοναχούς αυταδέλφους, τους Αγάθωνα και Γαβριήλ, κοντά στους οποίους παραμένει για ένα περίπου χρόνο· στο διάστημα αυτό κείρεται σταυροφόρος μοναχός -κατά το έτος 1788, σε ήλικια 26 ετών- και ονομάζεται απο τους πατέρες εκείνους Ιλαρίων. Κατά την παραμονή του στις Καρυές γνωρίζει επίσης τον γέροντα κύρ Παρθένιο Σκούρτο, «πνευματικόν πρακτικόν και τω όντι άγιον άνθρωπον», ο οποίος, μάλιστα, υπήρξε ο πρώτος του διδάσκαλος και ποδηγέτης στη νηπτική και πνευματική ζωή. Στο κελλί του αγίου Σπυρίδωνος ο Ιλαρίων, εργαζόμενος στο εργόχειρο «τα λεγόμενα φέσια» και μελετώντας το πατερικό βιβλίο του Ευεργετινού, όπως του υπέδειξε ο πνευματικός του Παρθένιος, «έρχεται -με την πάροδο του χρόνου- και εις ύφηλοτέραν έννοιαν».
Η διαρκής αναζήτηση και ο διακαής πόθος του για ησυχία, μόνωση, πλήρη υποταγή, εκκοπή του προσωπικού θελήματος, εγκράτεια και υπακοή, τον οδηγούν στη συνέχεια στη σκήτη του αγίου Δημητρίου και συγκεκριμένα στον πνευματικό κυρ Διονύσιο τον εκ Σιατίστης.
Κοντά στον πνευματέμφορο εκείνον γέροντα βρίσκει τον σκοπό της ζωής του, τρυγώντας τις πνευματικές νουθεσίες και διδασκαλίες του και υποτασσόμενος κατά πάντα, «ωσάν ένα πρόβατον εις σφαγήν, όπου και εις την θάλασσαν αν ήθελεν τον προστάξη να πέση ήτον έτοιμος να το κάμη». Ο ευλογημένος αυτός Διονύσιος τον «κουρεύει» μεγαλόσχημο μοναχό -«εις τάς ιζ΄ του Δεκεμβρίου, ήμερα Κυριακή»- μετονομάζοντας αυτόν Ιερόθεο, ενώ κατά το έτος 1790, σε ηλικία 28 ετών, χειροτονείται ιεροδιάκονος στη σκήτη του αγίου Δημητρίου, από τον Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Γεράσιμο· ο ίδιος Αρχιερεύς τον χειροτονεί πρεσβύτερο, κατά την απόδοση της εορτής των Αγίων Θεοφανείων, την 14η Ιανουαρίου, στην Ι. Μονή του αγίου Γεωργίου, «την επονομαζομένην του Ζωγράφου». «Και ούτω, ετέθη ο λύχνος επί την λυχνίαν, φωτίζων παν το πλήρωμα των ορθοδόξων».
Η μαθητεία του Ιεροθέου στο πλευρό του πνευματικού Διονυσίου χαρακτηρίζεται από στιγμές πνευματικών εξάρσεων και ανατάσεων της καρδίας του νεαρού μονάχου προς την «ουυράνιον Ιερουσαλήμ», γεγονός που, κατά τον Απόστολο, θα τον καταστήσει «άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού». Τους δύο αγωνιστές και συστρατιώτες στον κοινόν αγώνα κατά του νοητού έχθρού θα χωρίσει μόνον η κοίμηση του Διονυσίου.
Όπως ήταν φυσικό, η στέρηση του προσφιλούς γέροντός του επίκρανε και στενοχώρησε ιδιαίτερα τον Ιερόθεο· αφού παρέμεινε για ένα ακόμη χρόνο στη σκήτη του αγίου Δημητρίου, μαζί με τον αδελφό του Φιλόθεο -πού είχε ήδη συναριθμηθεί στη συνοδεία του Διονυσίου-, αποφα
σίζει «να πιάση πάλιν την φίλην του υπακοήν»

Πηγαίνει τότε στη νέα σκήτη του αγίου Παύλου, όπου υποτάσσεται στον Θεοφάνη, «θαυμάσιο και ενάρετο πάτερα», ο οποίος εμόναζε εκεί με τον αδελφό του Ιάκωβο. Νέους αγώνες και αθλητικά σκάμματα αναλαμβάνει τώρα ο Ιερόθεος, ο οποίος, εκτός του ότι ήταν «ένα θαύμα τη αλήθεια» ως προς την αρετή, υπακοή, υπομονή και ταπείνωση που έδειχνε προς τον γέροντα, πρωτοστατεί επίσης και στην ανέγερση εκκλησίας προς τιμήν «της Θεοτόκου και Ζωοδοχου ΙΙηγής».
Η κακία, όμως, του «αντάρτη εκείνου και μισοκάλου διαβόλου» υπαγορεύει μίσος και ζηλοφθονία στους συνάδελφους του Ιεροθέου, που με ποικίλες συκοφαντίες κατορθώνουν να τον εκδιώξουν από τη σκήτη. Ο Ιερόθεος, λυπημένος για τα γεγονότα αναχωρεί και, αφού συμβουλεύεται πρώτα τον πνευματικό κυρ Ανανία Λαζό στη σκήτη της αγίας Άννης, εγκαθίσταται πλέον με τον αδελφό του σ΄ ένα ησυχαστήριο της μικράς αγίας Άννης, τον άγιο Ονούφριο. Εκεί επιδίδεται αποκλειστικά στη μελέτη και την προσευχή, ενώ η φήμη του αρχίζει να εξαπλώνεται στους γύρω πατέρες, οι οποίοι τον επισκέπτονται και τον συμβουλεύονται στα πνευματικά θέματα, ωφελούμενοι τα μέγιστα από τη διδαχή του.
Μετά από εξαετή παραμονή στο ησυχαστήριο αυτό, το οποίο και ανεκαίνισαν «και απάνωθεν της θύρας ιστόρησαν τας άγιας εικόνας των οσίων πάτερων Ονουφρίου και Πέτρου», ο Ιερόθεος, αναζητώντας περισσότερη άσκηση και σκληραγωγία, μεταβαίνει με τη συνοδεία του σ΄ ένα ερημονήσι, τα Γιούρα, οπού ζη μέσα σε υπόγειο σπήλαιο απολαμβάνοντας «την αμεριμνίαν και ησυχίαν».
Στα Γιούρα και τα υπόλοιπα ερημονήσια έζησε «εν όρεσι και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης» επί ενάμισυ έτος. Έπειτα, λόγω των επιδρομών των κλεπτοκουρσάρων, επέστρεψε πάλι στο Άγιον Όρος και κατοίκησε για δεύτερη φορά στη σκήτη του αγίου Δημητρίου. Η παραμονή του εκεί διήρκεσε ένα περίπου έτος. Μετά το χρονικό αυτό διάστημα και επειδή η συνοδεία του είχε ήδη κατά πολύ αυξηθεί, εγκαθίσταται σ΄ ένα κελλί που αγόρασε από την Ι. Μονή αγίου Νικολάου του Σταυρονικήτα, τον άγιο Ονούφριο.
Η οσιακή πολιτεία του Ιεροθέου, η βαθειά γνώση των θείων Γραφών και ιερών Κανόνων, καθώς και η εμπειρία του στα πνευματικά θέματα, προτρέπουν τους προϊσταμένους της Ι. Κοινότητος του Αγίου Όρους να τον «διορίσουν» κοινό πνευματικό ολοκλήρου του Άθωνος.
Έτσι, επί πατριαρχίας Καλλινίκου του Ε΄, διορίζεται, παρά τις αντιρρήσεις του, κοινός πνευματικός του Αγίου Όρους, ένα χρόνο αργότερα, ο διάδοχος του Καλλινίκου στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος ο Ε΄, του στέλνει «ενταλτήριον και επιστολήν», διορίζοντάς τον επισήμως σ΄αυτήν της ιδιαιτέρας σημασίας και πνευματικής βαρύτητας θέση. Επειδή όμως «ουδείς δίκαιος ακατηγόρητος», ο ικανότατος πνευματικός γέρων Ιερόθεος κατηγορείται από κάποιον Εσφιγμενίτη Ιεροδιάκονο Αμβρόσιο, ο οποίος τον αποκαλεί αιρετικό και φαρμασώνο, προσάπτοντάς του επίσης μομφή για τη συχνή θεία Μετάληψη προς την οποία παρακινουσε τους υποτακτικούς του και τους εξομολογουμένους σ΄ αυτόν. Οι προσπάθειες, όχι μόνον του ιδίου του Ιεροθέου αλλά και του Νικόδημου του Αγιορείτου, να πείσουν τον Αμβρόσιο για την ορθότητα των πεποιθήσεών τους και το εσφαλμένον των δικών του ισχυρισμών, αποβαίνουν άκαρπες. Ο Ιερόθεος αναγκάζεται να απολογηθεί ενώπιον Συνόδου των προϊσταμένων των Μονών του Αγίου Όρους, την 19η Μαΐου του έτους 1807, η οποία τον αθωώνει πανηγυρικά από όλες τις κατηγορίες, ενώ αντιθέτως καταδικάζει τον ιεροκατήγορο Αμβρόσιο· προς τούτο εκδίδει «συστατικήν αθωωτικήν απολογίαν» η οποία αναγινώσκεται στον ναό του Πρωτάτου.
Μετά από ολα αυτά τα γεγονότα ο Ιερόθεος δεν μπορεί πλέον να παραμείνει στο Άγιον Όρος. Συνυπολογίζοντας επίσης το γεγονός ότι «επερίσσευσαν τα δοσίματα και όσοι δεν είχαν τον τρόπον να τα πληρώσουν εξ ανάγκης εμίσευον από το Άγιον Όρος», αποφασίζει να αναχωρήσει με τη συνοδεία του και να κατοικήσει σ΄ένα νησακι απέναντι από τα Τρίκκερα, τον Αλαττά. Εκεί εγκαθίστανται στη Μονή «της θείας Μεταμορφώσεως και των αγίων τεσσαράκοντα μαρτύρων», ασχολούμενοι με το εργόχειρο τους, το όποϊο ο Ιερόθεος πωλούσε στην Θεσσαλονίκη η την Λάρισσα για την εξοικονόμηση των απαραιτήτων αγαθών.
Βεβαίως, η καρδιά του Ιεροθέου δεν αναπαύεται σ’ αυτήν τη συνεχή αναστροφή με τον «έξω κόσμο» και τα απανωτά ταξίδια, «ή μάλλον ειπείν αταξίας». Ένα επεισόδιο στην Λάρισσα γίνεται η αφορμή για να στραφούν, ο Ιερόθεος και η συνοδεία του, στην καλλιέργεια της γης, απ΄όπου πλέον εξασφαλίζουν «αυτάρκειαν» και «τα προς το ζην αναγκαία».
«Αλλά, καθώς δεν είναι δυνατόν να φύγη τινάς το ποτήριον του θανάτου -όπως γράφει χαρακτηριστικά ο βιογράφος του Ιεροθέου-, τοιουτοτρόπως δεν δύναται και να φύγη τινάς, εν όσω ζη, τους διαφόρους πειρασμούς». Οι νέοι πειρασμοί για τον Ιερόθεο προέρχονται αυτήν τη φορά από τους Τρικκεριώτες, άλλοι εκ των οποίων ήθελαν το μοναστήρι «να εξουσιάζεται από την χώρα» και άλλοι «από τον Ιερόθεον και τους μετ΄ αυτόν». Ο Ιερόθεος τότε, ως προγνωστικός και διορατικός, υποψιαζόμενος τί επρόκειτο να ακολουθήσει και εννοώντας τις διαθέσεις των Αρβανιτών, που από καιρό ελυμαίνοντο την περιοχή, παίρνει τη συνοδεία του και με δύο καΐκια φεύγουν για τις Σπέτσες.
Η αναχώρηση του πνευματικού γέροντος Ιεροθέου από το «Αγιώνυμον Όρος», προς το οποίο τόσο θερμά «επιποθούσε και εξέλιπεν η ψυχή του», ήταν οπωσδήποτε επιβεβλημένη και αναπόφευκτη· εσήμανε δε, αφ΄ ενός μεν το πέρας πολυοδύνων πειρασμών, που ο Κύριος «οις οίδε κρίμασιν» επέτρεψε να δοκιμάσουν τη θερμή και ακλόνητη πίστη του, αφ΄ετέρου δε την έναρξη του κηρυκτικού και πνευματικού έργου του ιερού πατρός στα ευλογημένα νησιά του Σαρωνικού, Σπέτσες, Πόρο και κατ΄ εξοχήν στην Ύδρα, όπου και «εκατήντησε» τον Σεπτέμβριο του έτους 1813, μετά από σύντομη παραμονή στα δύο ανωτέρω νησιά.
Εκεί, και στην υπ΄ αυτού ιδρυθείσα Μονή του Προφήτου Ηλιού, πάνω στην ακμή της πνευματικής του διακονίας, της εξομολογήσεως δηλαδή των πιστών χριστιανών, της διαδόσεως του λόγου του Θεού και της διαποιμάνσεως και κατηχήσεως των υποτακτικών του αλλά και όλων των κατοίκων της νήσου Ύδρας, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού, ημέρα Πέμπτη, έτει από Χριστού αωιδ΄[1814], ζήσας τα πάντα έτη επί της γης νβ΄[52]»· κληροδότησε δε ο αοίδιμος στην εκλεκτή του συνοδεία την υποχρέωση για συνέχιση του έργου που ο ίδιος ανέλαβε και με τόσο ζήλο επεδίωξε, προς δόξαν του Τριαδικού Θεού.

2. Χρονολογικός δείχτης της ζωής του Ιεροθέου

Παραθέτουμε εδώ συνοπτικό χρονολογικό πίνακα της ζωής του Ιεροθέου, ώστε με τρόπο εύληπτο και παραστατικό να πληροφορείται ο αναγνώστης τα βασικότερα σημεία της πολιτείας του αοιδίμου γέροντος:
1762:Γεννάται στην Συλίβενα της Πελοποννήσου, από τους ευσεβείς Γεώργιο και Μαλάμω, ως δευτερότοκος υιός τους. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Ιωάννης.

1771:Σε ηλικία εννέα ετών αφιερώνεται στην Ι. Μονή του αγίου Γεωργίου Φενεού, όπου ηγουμένευε ο θείός του Μακάριος.

1778 ή 1779:Χειροθετείται αναγνώστης από τον θείό του και Μητροπολίτη Λακεδαιμόνιας Πανάρετο.

1779 ή 1780:Κείρεται δόκιμος μοναχός και μετονομάζεται Iωσήφ.

1780 ή 1781:«Αγένειος» ακόμη επιχειρεί να φύγει για το Άγιον Όρος.

1782:Ενώ διανύει το εικοστόν έτος της ηλικίας του εκδημεί ο θείός του και καθηγούμενος της Μονής της μετανοίας του.

1787:Σε ηλικία 25 ετών φεύγει οριστικά από τη Μονή της Πελοποννήσου με προορισμό το Άγιον Όρος. Πρώτη του επίσκεψη στην Ύδρα.

1787:Παραμένει στο κελλί του αγίου Σπυρίδωνος των Καρυών με τους πατέρες Αγάθωνα και Γαβριήλ. Συναντά και συμβουλεύεται τον πνευματικό κυρ Παρθένιο Σκούρτο.

1788:Κείρεται σταυροφόρος μοναχός απ΄ τους δύο ανωτέρω πατέρες, σε ηλικία 26 ετών, και ονομάζεται Ιλαρίων.

1788 ή 1789:Υποτάσσεται στον πνευματικό κύρ Διονύσιο τον εκ Σιατίστης, στη σκήτη του αγίου Δημητρίου.

16 Δεκεμβρίου 1789 ή 1790:Κείρεται μεγαλόσχημος μοναχός από τον ανωτέρω Διονύσιο και μετονομάζεται Ιερόθεος.

1790:Χειροτονείται ιεροδιάκονος, από τον Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Γεράσιμο, στη σκήτη του αγίου Δημητρίου.

14 Ιανουαρίου 1790 ή 1791:Χειροτονείται πρεσβύτερος, από τον ιδιο Αρχιερέα, στην Ι. Μονή Ζωγράφου, κατά την απόδοση των Αγίων Θεοφανείων.
19 Φεβρουαρίου 1794:Εκδημεί ο γέροντας του Διονύσιος.
1794-1795:Παραμένει στη σκήτη του αγίου Δημητρίου με τον αδελφό του Φιλόθεο.
1795-1796:Υποτάσσεται στον γέροντα Θεοφάνη, στη νέα σκήτη του αγίου Παύλου, οπού κτίζει και την εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής.
1796-1802:Παραμένει στο κελλί του αγίου Ονούφριου, στη σκήτη της μικράς αγίας Άννης.
1802-1803:Ασκητεύει στα Γιούρα και τα υπόλοιπα ερημονήσια απέναντι του Αγίου Όρους.
1803-1804:Παραμένει για δεύτερη φορά στη σκήτη του αγίου Δημητρίου.

1804:Μεταβαίνει στον Μωριά «διά αναγκαίαν υπόθεσιν της σκήτεως». Επιστρέφοντας στο Άγιον Όρος φέρνει μαζί του επτά νέους αδελφούς που συγκαταριθμούνται στη συνοδεία του.
1804/5-1812:Παραμένει στο κελλί του αγίου Ονουφρίου που αγοράζει από την Ι. Μονή Σταυρονικήτα

1805:Επί Πατριάρχου Καλλινίκου του Ε΄ διορίζεται κοινός πνευματικός του Αγίου Όρους.

1806:Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’, επί της δευτέρας πατριαρχίας του, του στέλνει «ενταλτήριον και επιστολήν» διοριστήρια.

19 Μαίου 1807:Απολογείται ενώπιον της Συνάξεως της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους και απορρίπτει τις ψευδοκατηγορίες του Αμβροσίου.

Σεπτέμβριος 1808:Ο Πατριάρχης Καλλίνικος ο Ε΄, με ειδική εγκύκλιο επί της δευτέρας πατριαρχίας του, τον απαλλάσσει από την πνευματική του διακονία.
1812-1813:Αναχωρεί από το Άγιον Όρος και παραμένει με τη συνοδεία του στο νησί Αλαττάς, απέναντι από τα Τρίκκερα, στη Μονή της Θείας Μεταμορφώσεως και των αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων.

1813:Διωκόμενος αναχωρεί από τα Τρίκκερα και φθάνει στις Σπέτσες.
1813:Παραμένει επί βραχύ διάστημα στην Ι. Μονή Ζωοδόχου Πηγής Πόρου, φιλοξενούμενος του καθηγουμένου Γρηγορίου.

Σεπτέμβριος 1813:Φθάνει με τη συνοδεία του στην Ύδρα, όπου τον υποδέχονται με τιμές οι άρχοντες και όλος ο λαός της νήσου.
26 Σεπτεμβρίου 1813:Εγκαθίσταται και αναλαμβάνει την ηγουμενία της Ι. Μονής Προφήτου Ηλιού Ύδρας.
9 Απριλίου 1814:Εκδημεί στην Ιερά Μονή του Προφήτου Ηλιού, έπειτα από σύντομη ασθένεια.

πηγή: Αχιλλέως Γ. Χαλδαιάκη, Ο Γέρων Ιερόθεος (1762-1814) – Η πολιτεία του κτίτορος της Ι. Μονής Προφήτου Ηλιού Ύδρας και κριτική έκδοση του Βίου του, Έκδοση Ιεράς Μονής Προφήτου Ηλιού Ύδρας, Αθήναι 2000

 

Εμπειρίες ενός προσκυνητή από την πανηγυρική Αγρυπνία της εορτής του Οσίου Ευδοκίμου του Βατοπαιδινού .

Σχολιάστε


Η απότομη αλλαγἠ του καιρού με την χαμηλή θερμοκρασία, το τσουχτερό κρύο και τις συνεχείς βροχοπτώσεις δε στάθηκε εμπόδιο για να βρεθούμε στο Άγιο Όρος.

Είναι γνωστό πλέον σε πολλούς από ό,τι διαπίστωσα η γιορτή της ανακομιδής των λειψάνων του Αγίου Ευδοκίμου.

Κατά τη διαδρομή του πλοίου από την Ουρανούπολη για την Δάφνη από αρκετές παρέες άκουσα ότι γνώριζαν ότι το Βατοπαίδι πανηγυρίζει τον Άγιο Ευδόκιμο γι’ αυτό το πλοίο είναι γεμάτο.

Συνάντησα κάποιο γνωστό μου και με έκπληξη άκουσα ότι γνώριζε για το λαμπρό της πανήγυρης αλλά μου είπε ότι ήταν λυπημένος διότι αν και συμβαίνει 1 φορά στα 70 χρόνια να συμπίπτει η γιορτή της Παναγίας της Οδηγήτριας με του Αγίου Ευδοκίμου όπου συνιθίζεται λόγω του θαυμαστού γεγονότος μεταφοράς της Εικόνας στη Μονή Ξενοφώντος, να ψάλλουν Βατοπαιδινοί Πατέρες στην πανήγυρι και αυτό δεν θα συνέβαινε αυτή τη φορά.

Ο μεγάλος συνωστισμός που είδα στη Δάφνη μεταφέρθηκε στην Πύλη της Μονής Βατοπαοδίου. Παρέες νέων παιδιών, φοιτητών αλλά και μεγαλυτέρων σε γρήγορο χρονικό διάστημα τακτοποιηθήκαμε. Βέβαια περίπου 60 πατέρες βγήκαν απο τα κελιά τους για μας.

Η Βατοπαιδινή φιλοξενία με το κέρασμα (λουκούμι και τσίπουρο) ήταν ανακούφιση μετά το πολύωρο ταξίδι μας.

Στις 16.00 το απόγευμα του Σαββάτου λίγο πρίν απο τον εσπερινό ο παρατεταμμένος ήχος των καμπάνων απο το κωδωνοστάσιο ήταν το μήνυμα της θερμής υποδοχής του Μητροπολίτη Μύρων κ.κ. Χρυσοστόμου που ακολούθησε.

Το μοναστήρι γεμάτο απο κόσμο και άκουσα σε κάποια στιγμή μετά το απόδειπνο ότι περιμένουμε μέχρι το απόγευμα της Κυριακής επιπλέον κόσμο όπως και έγινε.

Αγιορείτες πατέρες και γέροντες από διάφορες Μονές της Αθωνικής πολιτείας παρευρέθηκαν στην εορτή. Μεταξύ αυτών ήταν ο Γέροντας Μωυσής και ο Γέροντας Γρηγόριος πνευματικό παιδί του Μακαριστού Γέροντος Παϊσίου όπως μας πληροφόρησε ο καθηγούμενος της Μονής Βατοπαιδίου Εφραίμ.

Είναι πραγματικότητα ότι στη Μονή Βατοπαιδίου βρίσκονται οι επτά θαυματουργές εικόνες της Παναγίας όπως και μεγάλος αριθμός ιερών κειμηλίων. Επίσης είναι σπάνιο αλλά ίσως μοναδικό στο Άγιο Όρος να βρίσκεται ολόκληρο το λείψανο (ενός Αγίου) του Αγίου Ευδοκίμου.

Τέσσερις το απόγευμα άρχισε ο μικρός εσπερινός. Ένα ξύλινο έπιπλο με βελούδινο ύφασμα και απεικόνιση του Αγίου Ευδοκίμου εμπρός πίσω δύο εξαπτέρυγα, ένας χρυσός σταυρός στη μέση και τρείς λαμπάδες φιλοξένησαν δύο λειψανοθήκες με την κάρα και τα οστά του Αγίου.

Με δέηση μεταφέρθηκαν από το ιερό βήμα οι λειψανοθήκες και τοποθετήθηκαν δίπλα στο αριστερό κύωνα όπου με ευλάβεια τα προσκυνήσαμε, καθώς έψαλλαν και οι δύο χοροί εναλλάξ το απολυτίκιο, το κοντάκιο αλλά και  τροπάρια του Αγίου.

Το καθολικό ευωδίαζε περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Ο ένας πλάι στον άλλο ασφυκτικά δίχως διαμαρτυρίες. Τα τροπάρια του Αγίου μας μετέδιδαν ηρεμία και χαρά δίχως να το καταλάβουμε τελείωσε ο εσπερινός και ακολούθησε τράπεζα.

Η διακοπή που ακολούθησε κράτησε περίπου μία ώρα. Η αγρυπνία άρχισε στις 18.30 με αργούς ύμνους και τόσο μελωδικούς που νομίζω οτι πρώτη φορά αυτό συνέβη.

Όμως είναι γεγονός ότι κάθε αγρυπνία ειδικά στο Βατοπαίδι που ερχόμαστε είναι αξέχαστη.

Πέρασαν πολύ σύντομα δύο ολόκληρες ώρες και μάλιστα κατάλαβα ότι έπρεπε να πάμε για κέρασμα (δείγμα της φιλοξενίας). Οι πατέρες είχαν ετοιμάσει δίχως να φανεί η απουσία τους από την αγρυπνία. Περιμένουν πολλοί προσκυνητές έξω απο το παρεκκλήσι της Παραμυθίας, του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Χρυσοστόμου, των Αρχαγγέλων, της Αγίας Τριάδος αλλά και αλλού για να εξομολογηθούν. Πραγματικά όλοι ξεκινούν να εξομολογούνται απο την στιγμή που έρχονται στο Άγιο Όρος.

Όλο το συνοδικό ήταν κατάμεστο από λαϊκούς και μοναχούς. Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μίλησε πολύ ευστοχα και αναφέρθηκε: α) ότι αυτό που κέρδισε είναι η ηθική, η φιλανθρωπία αλλά και η αφιλοχρηματία, β) αναφέρθηκε στη λάσπη που δέχεται το μοναστήρι και ο Γέροντας Εφραίμ και ότι από την αρχή το Πατριαρχείο και ο Παναγιώτατος είναι δίπλα στο Γέροντα. Αναφέρθηκε ότι το μεγαλύτερο όφελος των Αγίων είναι κατά τη διάρκεια του διωγμού τους δίνοντας τα παραδείγματα και του Αγίου Χρυσοστόμου και του Αγίου Νεκταρίου. Τελικά είπε ότι το σκάνδαλο είναι ότι δεν υπάρχει σκάνδαλο. Βέβαια ανέφερε ότι η Εκκλησία καθυστερεί συνήθως στις αντιδράσεις της.

Το λόγο πήρε στη συνέχεια ο Γέροντας Μωυσής που στήριξε το Γέροντα Εφραίμ και την αδελφότητα και αναφέρθηκε κι αυτός στον Άγιο Νεκτάριο, ο οποίος ενώ καθοδηγούσε το Μοναστήρι της Αγίας Τριάδος στην Αίγινα, κατηγορήθηκε ότι είχει σχέσεις με τις μοναχές και μάλιστα όταν τον κάλεσαν για να μιλήσει δεν απάντησε. Μόλις το άκουσε μια από τις μοναχές το λόγο που κατηγορούν τον Άγιο πήγε να διαμαρτυρηθεί και να υπερασπιστεί τον Άγιο. Τότε τη μάλωσε ό Άγιος και της είπε μη το κάνεις αυτό διότι αυτό δε με ωφελεί.

Στο ίδιο πλαίσιο μίλησε και ο Γέροντας Γρηγόριος, πνευματικό τέκνο του Γέροντα Παΐσιου. Σε όλη δε τη διάρκεια μία ξεχωριστή λαμπρή λάμψη διακρινόταν στο πρόσωπο του Γέροντα Εφραίμ.

Η αγρυπνία συνεχίστηκε σύμφωνα με αγιορείτικο τυπικό μέχρι τις 02:30 π.μ.

Το πρωΐ στις 06:00 π.μ. ξεκίνησε η ακολουθία με τίς Ώρες και στη συνέχεια η Θεία Λειτουργία. Λίγο πριν τη Θεία Λειτουργία εντυπωσιακή είναι η ετοιμασία για να ντυθεί την αρχιερατική στολή ο Δεσπότης.

Το λαμπρό της πανηγύρεως έχει να κάνει και με τη χειροτονία σε πρεσβύτερο του διακόνου Θεοφάνους από το Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Μύρων, ο οποίος στο παρελθόν είχε χειροτονήσει και άλλους βατοπαιδινούς πατέρες.

Η εικόνα του ιερέα Γρηγορίου κατά σάρκα πατέρα του π. Θεοφάνους, η χαρούμενη αναμονή για τη χειροτονία, η χειροτονία, η χειροτονία και το Ησαΐα χόρευε γύρω από την Αγία Τράπεζα φανέρωσε όχι μόνο σε μένα αλλά  σε πάρα πολλούς την ευλογία που υπάρχει σε οικογένειες μέσα από την πνευματική καθοδήγηση. Ένιωσα σήμερα ότι «έγινε γάμος», έδωσε τέτοια ολόψυχη ευχή ο ιερέας συνοδευόμενος από τον άλλο λαϊκό γιο του που δεν έχει προηγούμενο.


Όλα αυτά έγιναν πριν τη Θεία Κοινωνία, ενώ μετά από αυτή διαβάστηκαν τα κόλλυβα για τον Άγιο Ευδόκιμο.

Στη συνέχεια ο ιερομόναχος Ευδόκιμος χειροθετήθηκε από το Σεβασμιώτατο πνευματικός (εξομολόγος).

Μετά την πνευματική τράπεζα ακολούθησε η υλική πανηγυρική Τράπεζα. Οι πατέρες έστρωσαν λόγω του αρκετού κόσμου, τραπέζια ακόμη και σε άλλους χώρους εκτός της κυρίως τραπέζης.

Λίγο πριν τις 11:00 π.μ. και ενώ έβρεχε καταρρακτωδώς επέστρεψαν στο Καθολικό για μία μικρή δέηση και στη συνέχεια μας δόθηκε μία ευλογία (δώρο) δείγμα της αγάπης του Γέροντα και των πατέρων της Μονής.

Οι προσευχές του Γέροντα Εφραίμ αλλά και όλης της αδελφότητας είναι αυτές που βοηθούν και ξεπερνάμε τη μάστιγα της οικονομικής και ηθικής κρίσης που υιοθετήσαμε!!!

Εύχομαι σύντομα  να έλθει πνευματική αφύπνιση!!!

Μιχάλης Δουδούδης

 

Πανήγυρη Αγίου Ευδοκίμου (με πλούσιο φωτογραφικό υλικό)

Σχολιάστε

18 Οκτωβρίου, 2010 — Vatopaidi.wordpress.com

Βατοπαίδι 16/10/2010.

Ώρα 16.00. Η καμπάνα ακούγεται να χτυπάει χαρούμενα. Κάποιος έφτασε. Όλοι οι μοναχοί τρέχουν να προϋπαντήσουν τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Μύρων κ.κ. Χρυσόστομο ο οποίος τιμάει την Μονή με την παρουσία του.

Αμέσως μετά, όλοι πήγαν στον Εσπερινό.

Ακολούθησε Τράπεζα και στις 20:30 ο Καθηγούμενος μας μάζεψε για σύναξη και μας μίλησε για τονΆγιο Ευδόκιμο που θα γιορτάζαμε αύριο.

Ευδοκίμησε, μας είπε αφού αξιώθηκε να καταταχτεί στην χορεία των Αγίων μας.  Και εμείς ευδοκιμήσαμε αφού βρήκαμε τα λείψανα του που από ταπεινότητα προσπάθησε να κρύψει. Ο Θεός όμως δεν θέλει να μένουν άγνωστοι οι τιμητές Του. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο φανερώνει την δόξα Του, την απέραντη αγάπη Του στα παιδιά Του για τα παιδιά Του.

Γονατιστός σε στάση προσευχής, γερμένος στο πλάι, με την εικόνα της Μητέρας μας της Βηματάρισσας, της Μητέρας του που υπηρέτησε όσο καλύτερα μπορούσε σφιχτά κρατημένη στα χέρια του. Μάλλον την αγκάλιαζε με τον τρόπο του, πριν πάει στην αγκαλιά Της.

“Έρχομαι σε εσένα, επιτέλους, Κυρία μου Υπερευλογημένη” ίσως ήταν οι τελευταίες σκέψεις που είχε πριν παραδώσει το πνεύμα του προς αιώνιο στεφάνωμα.

Ακολούθησε η καθιερωμένη Σαββατιάτικη αγρυπνία και ξεκούραση για την επόμενη, πανηγυρική ημέρα.

17/10/2010

Μετά την Θεία Λειτουργία, η Τράπεζα ήταν λιτή και όπως κάθε Κυριακή χαρμόσυνη. Αναστάσιμη. Έτσι όπως μόνο στο Άγιο Όρος ξέρουν να γιορτάζουν. Ξεκούραση για τους περισσότερους. Αν και αργία, οι 480 προσκυνητές χρειάζονται μοναχούς να τους διακονούν.

Στις 16:00 ξεκίνησε ο μικρός Εσπερινός μέχρι τις 17:00.

Στην Τράπεζα ο Μητροπολίτης μας μίλησε για τις δυσκολίες του Πατριαρχείου.

Στις 18:30 άρχισε η αγρυπνία που μας ανέβασε στα ουράνια μέχρι της 02:30 σχεδόν τα ξημερώματα.

Στις 21:00, ανεβήκαμε στο Μεγάλο Συνοδικό της Μονής για ένα μικρό κέρασμα και κατά την διάρκεια του “διαλλεἰματος” αυτού, μας μίλησε ο Σεβασμ. Μητροπολίτης Μύρων, ο καθηγούμενος της Μονής Γέροντας Εφραίμ και ο πατήρ Μωυσής Αγιορείτης για την προσωπικότητα του αγίου Ευδόκιμου και την προσφορά του μοναχισμού.

Ζήσης Παπανικολάου

 

Aποσπάσματα από το βιβλίο «Συζητήσεις στον Άθωνα» του Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού.

Σχολιάστε

Τι είναι η θεία Χάρη; Είναι δυνατόν να περιγραφεί; Ότι ανήκει στην υπερφυσική θεία ιδιότητα δεν μπορεί ποτέ να περιγραφεί από τα κτιστά όντα. Αμυδρά και σκιωδώς κατανοείται από τον άνθρωπο, γιατί το θείο είναι ακατάληπτο και απερίγραπτο. Θεία Χάρη ονομάζουμε τη θεία δύναμη και ενέργεια με την οποία ο Θεός κατασκεύασε και συντηρεί το σύμπαν. Χάρη ονομάζεται γιατί ακριβώς παρέχεται από το Θεό δωρεάν. Αυτή είναι και για μας η μόνιμη ελπίδα και παρηγοριά. Αυτή στερηθήκαμε με την πτώση. Την επανέφερε όμως ο Κύριός μας με την παρουσία του στη γη. Αυτή ανάλογα με την πίστη και την ακρίβεια της τηρήσεως των θείων εντολών, μας απαλλάσσει από την αιχμαλωσία του παλαιού ανθρώπου, του χοϊκού, και μας μεταμορφώνει κτίζοντας μέσα μας την εικόνα του επουρανίου. Πρέπει όμως, εδώ να τονίσουμε ότι όλα εξαρτώνται από το Θεό και όχι από την ανθρώπινη δραστηριότητα. Το ταπεινό φρόνημα και ιδιαίτερα η εκδήλωση συμπάθειας και αγάπης προκαλεί την επέμβαση και παρουσία της Χάριτος. Γιατί μερικές φορές η χάρη του Θεού χτυπά την πόρτα σε ανθρώπους αδιάφορους και αμελείς; Η φιλάνθρωπη του Θεού οικονομία, η οποία θέλει «πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι» (Α’ Τιμ. 2,4) δίνει αφορμές αφυπνισμού. Ακόμη προφυλάσσει από κίνδυνο, που προέρχεται από απροσεξία ή και κακοήθεια του ανθρώπου. Δυστυχώς όμως, αρκετοί δε συνετίζονται και γι’ αυτούς η ποινή παραμένει αμετάβλητη. Οι περισσότεροι όμως ωφελούνται και μάλιστα γίνονται ιεραπόστολοι της φιλανθρωπίας του Θεού και σε άλλους που δεν τη γνωρίζουν. Πολλές φορές κακοποιοί προσπάθησαν να διαπράξουν εγκλήματα και σε μέρη αφιερωμένα στο Θεό. εμποδίστηκαν όμως από θαύμα και αντί να κακοποιήσουν, ελκύστηκαν προς την πίστη. Άλλαξαν τρόπο ζωής και αυτό, που δεν έκανε η λογική και η ανθρωπιά, το έκανε η φιλάνθρωπη οικονομία του Θεού με την αγάπη αντί με την απειλή. Αυτό συμβαίνει καμιά φορά και από προσευχές ενάρετων ανθρώπων, που προσεύχονται για να φωτίσει ο Θεός τους κακοποιούς αυτούς, ώστε να γνωρίσουν την αλήθεια, επειδή από μόνοι τους βρίσκονται στην πλάνη. Μερικές φορές συμβαίνει αυτό, αν έχουν στον ουρανό κάποιο ενάρετο συγγενή τους και παρακαλεί γι αύτούς το Θεό κατά το λόγο της Γραφής: «μακάριος ὅς ἔχει ἐν Σιών σπέρμα καί οἰκείους ἐν Ἱερουσαλήμ» (Ης. 31,9). Πάντως αυτό είναι έργο της απέραντης φιλανθρωπίας του θεού, που επίμονα προκαλεί την ανθρώπινη αναισθησία σε αφυπνισμό και διόρθωση. Καλύτερα όμως ο άνθρωπος να φροντίζει μόνος του τη διόρθωση του παρά να περιμένει αόριστες ευεργεσίες. Γιατί είναι αναγκαία η εξομολόγηση; Η εξομολόγηση είναι το πρώτο στοιχείο της μετάνοιας. Διάφορα χωρία της Γραφής αναφέρονται στην αναγκαιότητα της εξομολογήσεως, ως πρακτικού δείγματος μετάνοιας. Με την εξομολόγηση αποκαλύπτει ο άνθρωπος την ηττοπάθειά του, την προδοσία και άρνηση των καθηκόντων του, από την οποία προήλθε η πτώση και η καταστροφή. Φανερώνει την υπαιτιότητα του και έτσι καταστρέφει τα μέσα και αίτια της συντριβής του και ολοκληρώνει την επιστροφή στους κόλπους του Πατέρα, που με την αμαρτία και την παράβαση διακόπηκε. Κάθε παράβαση και παρακοή επιφέρει διπλή ενοχή στον άνθρωπο. Και στο σώμα, με τις αισθήσεις, και στην ψυχή και το νου, από όπου ξεκινά η προδοσία. Με την εξομολόγηση θεραπεύει και τις δύο μορφές της ενοχής, αφού περιγράφει με ταπείνωση, ως δική του, την άρνηση και προδοσία. Ούτε εξομολόγηση γίνεται χωρίς μετάνοια, ούτε μετάνοια χωρίς εξομολόγηση. Είναι και τα δύο αχώριστα και απόλυτα μέσα σωτηρίας. Η κύρια αιτία της αποπλανήσεως του ανθρώπου είναι η λανθασμένη κρίση του νου. Μετάνοια σημαίνει την επαναφορά του νου στη σωστή κρίση και χρήση των νοημάτων, ώστε να εκλείψει το παράλογο. Την πράξη αυτήν της ισορροπίας τους ανθρώπου αποδέχτηκε η φιλανθρωπία του Θεού και έγινε το μεγαλύτερο δώρο Του στη φύση μας, αφού ξεπέσαμε από την πρώτη μας θεοειδία. Δεν πρέπει να παραμελούμε τη μετάνοια, αφού κατά το λόγο της Γραφής «τίς καθαρός ἔσται ἀπό ρύπου, ἐάν μία ἡμέρα ὁ βίος αὐτού ἐπί τῆς γῆς» (Ιώβ 14,4-5). Ποιος μπορεί να περιγράψει την έκταση της φιλανθρωπίας και παναγαθότητας του Θεού προς τον άνθρωπο, αφού τον δέχεται, αν επιστρέψει με τη μετάνοια, όσο μεγάλη και αν ήταν η προδοσία και η παράβασή του; Ποιος θα περιγράψει την αθλιότητα και το σκοτισμό του πεπλανημένου ανθρώπου, όταν ποδοπατεί και απορρίπτει αυτό το δώρο, το οποίο ανακαλεί τον αποστάτη και προδότη στους κόλπους της πατρικής αγκάλης και στοργής και τον ελευθερώνει από την αιώνια και φρικτή καταδίκη; Πραγματικά να η φιλανθρωπία του θεού δε μας παραχωρούσε τη μετάνοια, δε θα μας προσέφερε τίποτε και αυτή η οικονομία του Σωτήρα μας, αφού η δική μας τρεπτότητα και διαστροφή θα τα αφάνιζε στον αμαρτωλό και πανένοχο βίο μας. Κανένας απόγονος της αδαμιαίας ρίζας, ας μην παραμελήσει να εφαρμόσει στη ζωή του τη μεγάλη δωρεά της μετάνοιας, για να μην κλάψει ανώφελα στη μέλλουσα αιωνιότητα. Το πένθος και τα δάκρυα είναι τα κυριότερα και επικερδέστερα εργαλεία της γνήσιας μετάνοιας και όσοι μετανοούν σωστά, ας μην τα αποχωρίζονται. Ποιος είναι ο διάβολος και πως ενεργεί; Η Αγία Γραφή μας λέει ότι ο διάβολος είναι «ο πεσών Εωσφόρος». γι’ αυτόν μας πληροφορεί ο Κύριος: «είδον τον σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα» (Λουκ. 10,18). Είναι ο άρχοντας, ο αρχηγός του αγγελικού τάγματος των εκπεσόντων από τον ουρανό, όταν θέλησαν να αποστατήσουν από το θείο θέλημα. Τότε αυτόματα συντρίφτηκαν και ξέπεσαν από την αξία και τη θέση τους. Έχασαν συγχρόνως και την έκπαγλη και φωτεινή ωραιότητα της μορφής τους. Έγιναν φρικιαστικά τέρατα των οποίων και μόνο η μνήμη είναι μισητή. Δεν υπάρχει στη διαβολική του υπόσταση τίποτα το καλό, το αγαθό, το δίκαιο, το ευθές, το λογικό, το αληθινό. Ο διάβολος, ο άλλοτε φορέας του φωτός της δικαιοσύνης, της αγάπης και του αγιασμού, μεταβλήθηκε απότομα – με την ανταρσία κατά του Θεού – σε απόλυτο όργανο του σκότους, του μίσους, του ψεύδους, του ολοκληρωτικού κακού και όσων συντελούν στον όλεθρο της φθοράς και του θανάτου. έγινε και θα παραμείνει πάντοτε σκότος και ψεύδος και απώλεια – με ένα επί πλέον σκοπό – την αντίσταση σε οτιδήποτε είναι του Θεού και σε όσα ο Θεός προνοεί και ιδιαίτερα τον άνθρωπο. Έγινε – και θα παραμείνει στο διηνεκές- κληρονόμος του θανάτου και κάτοικος του Άδη, με κύριο του σκοπό να αποπλανά και να παρασύρει προς το μέρος του όσους μπορέσει. Κεντρικό στόχο του έχει τον άνθρωπο, που βαδίζει να ενωθεί με το Θεό. Ο διάβολος δεν ενέχεται να τον βλέπει να ανεβαίνει ψηλότερα από την πρώτη αξία, που είχε πριν την έκπτωσή του, γι αυτό και ρίχνει εναντίον τα πιο λυσσαλέα βέλη του. Έγινε και έμεινε κατά πρόθεση ανθρωποκτόνος. Ως ψέμα και δόλος και κακία δεν παρουσιάζεται φανερά. Μόνο με υποβολές ερεθίζει το νου και τις αισθήσεις με δόλια προσχήματα, για να αποπλανήσει τη σκέψη και τη θέληση, να παρασύρει σε συγκατάθεση τη γνώμη και έτσι να υποσκελίσει το θύμα πάντοτε με δόλο, υποκρισία και απάτη. Ο άνθρωπος κινείται και ενεργεί περισσότερο με τις αισθήσεις και τα συναισθήματα. Ο εχθρός το γνωρίζει αυτό. Γι αυτό ερεθίζει τις αισθήσεις με προφάσεις ευλογοφανείς και έτσι κλέβει ευκολότερα τη συγκατάθεση. Προβάλλει, βλέπετε, τη βιολογική αναγκαιότητα. Αυτό γίνεται και σο σωματικό και ψυχικό κόσμο. Αν ο άνθρωπος είναι ελεύθερος από πάθη και κακές συνήθειες, εύκολα απαλλάσσεται από τη διαβολική επιβουλή και πάλη. Αν όμως είναι αιχμάλωτος πονηρών έξεων, η μάχη είναι σκληρή και αγωνιώδης. Πάντως η αντίσταση με βάση τον προορισμό μας και τις θείες εντολές γίνεται κατορθωτή με τη συμμαχία της χάριτος που συνυπάρχει με μας. Δεν έχει εξουσία ο διάβολος απ’ ευθείας ή αισθητά να πειράξει τον άνθρωπο. Μόνο με τη φαντασία, με εικόνες, που προβάλλει στην οθόνη της διάνοιας, και με έννοιες μέσω του νου, προκαλεί. Τότε ο άνθρωπος μόνος του αποφασίζει να αποδεχθεί την πρόκληση (προσβολή) ή να την απορρίψει. Αυτός είναι ο κύριος τρόπος επαφής του πονηρού με τον άνθρωπο. Η συνέχεια πλέον εξαρτάται από τη θέληση του ανθρώπου. Ή να υποκύψει ή να αντισταθεί. ο αμεσότερος τρόπος της δικής μας άμυνας και αντιστάσεως είναι η θεία επίκληση (προσευχή) και η ενθύμηση του σκοπού και προορισμού μας. Το παράδειγμα του Κυρίου μας, όταν ήταν στην έρημο, μας χάραξη τον πρακτικό τρόπο της πάλης με τον εχθρό, καθώς και όσα συντελούν σ’ αυτόν. Ο διάβολος δεν έχει προορατική ικανότητα, ούτε γνωρίζει τί σκέπτεται ο άνθρωπος. Συμπεραίνει από τις κινήσεις των συναισθημάτων και ερεθίζει ανάλογα τα μέλη και τις αισθήσεις με εμπαθή νήματα. Όταν βλέπει να κλίνει η διάθεση μετά την εικόνα είτε του πράγματος είτε του νοήματος, που προσέβαλε τη φαντασία, καταλαβαίνει ότι σ’ αυτό έχει ο άνθρωπος την επιθυμία και την πρόθεσή του και φέρνει τα κατάλληλα αίτια για να υποτάξει το θύμα του. Στη φύση του ο διάβολος είναι όμοιο μ ε τη φύση του νου. Είναι ταχύτατος, ακούραστος, ανύστακτος και αδίστακτος, αμετάβλητος στην πονηρία και κακία. Μεταβάλλεται και μετασχηματίζεται αμέσως σε διάφορα σχήματα και μορφές, αν αυτό βοηθά τον πονηρό του σκοπό. μετακινείται πάντοτε ταχύτατα, σε κάθε χώρο, και μετέρχεται κάθε τρόπο, με κύριος σκοπό της παρεμπόδιση του θείου θελήματος. Τι είναι οι ηδονές; Ποιες είναι αθώες και ποιες ένοχες; Ηδονές είναι όσα «ηδύνουν» και γλυκαίνουν τη ζωή μας και είναι διπλές καθώς και η φύση μας είναι διπλή. Όπως είμαστε σώμα και ψυχή και καθένας έχει τις αισθήσεις και τα μέλη του, έτσι και οι ηδονές ανήκουν και στα δύο μέρη. Είναι οι σωματικές ηδονές, που γίνονται αισθητές μέσω των μελών του σώματος. Είναι και οι πνευματικές, που ανήκουν στον ψυχικό και πνευματικό μας κόσμο. Οι ηδονές προκύπτουν, ως επί το πλείστον, από τη δραστηριότητά μας και παρηγορούν ή απογοητεύουν ανάλογα με την ορθή ή τη λανθασμένη ενέργειά μας. Αν το πρόγραμμα και ο σκοπός των κινήσεών μας είναι «κατά Θεόν» και σύμφωνα με το θέλημά του, τα συναισθήματα και οι ηδονές, που προκύπτουν είναι ευχάριστες και γλυκαίνουν. Αν όμως οι προτιμήσεις και ενέργειές μας είναι παράλογες και εμπαθείς, τότε αισθανόμαστε αποτροπιασμό και απέχθεια. Οι ηδονές όμως, που συναρπάζουν περισσότερο και αποπλανούν, έχουν σχέση με τη βιολογική μας υπόσταση και βρίσκονται στα σωματικά μέλη και αισθητήρια. Την πρώτη θέση έχουν η γεύση, η αφή και η όσφρηση. Τα συναισθήματα της γλυκύτητας, που προκαλούνται όταν έρθουμε σε επαφή με τις ύλες και τα πράγματα, λέγονται ηδονές. Εδώ χρειάζεται η διάκριση του ορθού μέτρου, για να αποφευχθεί η παράχρηση. Απαραίτητο στοιχείο της ζωής είναι η βιολογική μας υπόσταση της οποίας το μεγαλύτερο μέρος βρίσκεται στις τρεις αισθήσεις και σ’ αυτές λειτουργεί η ικανοποίηση και ηδονή. Αν ο άνθρωπος θυμάται τον προορισμό του – και το ότι τρώει για να ζει – τότε ελέγχει τις ηδονές, που προκύπτουν από το νόμο της «χρείας». Αν όμως αλίμονο, ζει για να τρώει και να σπαταλά – πράγμα που επικρατεί στην εποχής μας – τότε τη θέση παίρνει το παράλογο, που ντρέπομαι και να το περιγράψω ακόμη. Υπάρχουν όμως και του ηθικού και αισθησιακού μέρους οι ηδονές με κύριο κεφάλαιο τη γενετήσια ορμή και σχέση. Εδώ προκύπτει ο πραγματικός λαβύρινθος της διαστροφής και εδώ είναι του «βύθιου δράκοντα» τα πολυπληθή τρόπαια! Ο νόμος και ο λόγος αναπαραγωγής – ως βασική αναγκαιότητα στην παρούσα μας εξορία – γίνεται το ισχυρότατο θέλγητρο της προσεγγίσεως των δύο φύλων. Και τότε αρχίζει η βιαιότερη πρόφαση του παράνομου ηδονισμού, που κυριολεκτικά συντρίβει την άπειρη νεολαία. Περιγράψαμε με συντομία τις αφορμές των ηδονών. Απομένει η σύνεση της αρνήσεως τους, για να μη θρηνούμε τα αναρίθμητα ερείπια από την παράλογη παραδοχή και χρήση τους. Αυτά αφορούν τις ηδονές στον αισθητό μας χώρο και κόσμο. Υπάρχουν όμως και οι πνευματικές ηδονές, που πράγματι μας ξεκουράζουν και ενθαρρύνουν. Πνευματικές ηδονές είναι οι ενέργειες και οι καρποί της θείας Χάριτος, που παρηγορούν και ανακουφίζουν τον ψυχικό μας κόσμο, φωτίζουν το νου, ειρηνεύουν την καρδιά, παρηγορούν τις αισθήσεις και αυξάνουν το θάρρος και την ελπίδα στις δυσκολίες της ζωής. Η χαρά, η ειρήνη, η υπομονή, η ανεκτικότητα και όσα είναι γεννήματα της αγάπης και της συμπάθειας, τι άλλο είναι παρά πνευματικές ηδονές; Όλοι οι καρποί και τα προϊόντα της αυτοθυσίας, που η αγάπη επιβάλλει, είναι η γλυκύτερη πνευματική ηδονή που προκαλεί τη μεγαλύτερη ευτυχία στη ζωή μας. Υπάρχουν όμως και οι υπερφυσικές ηδονές που αν και ανήκουν στη μεταφυσική του άλλου κόσμου, μας τις παραχωρεί η θεία ευσπλαχνία απ αυτή τη ζωή, σαν προοίμιο της μακαριότητας που μας αναμένει. Οι ηδονές αυτές, ως υπερφυσικές, δεν ελέγχονται, ούτε προγραμματίζονται από μας στον κόσμο αυτόν, αλλά χαρίζονται από τη θεία παναγάπη σ’όσους αγωνίζονται σωστά για θάρρος και παρηγοριά. Μερικές από αυτές είναι η ειρήνη των λογισμών, η ελευθερία από την πάλη με τα πάθη, η τέλεια νέκρωση όσον αφορά τα πράγματα και τα νοήματα αυτού του κόσμου, αλλά και η επιφοίτηση της Χάριτος σε όσους πέτυχαν την καθαρότητα της καρδιάς. Αυτοί «πάσχουν τα θεία» και εξέρχονται από το χώρο, τον τρόπο και την αίσθηση του κόσμου. Αυτοί είναι εκείνοι στους οποίους μαρτυρεί ο Κύριος μας ότι θα εμφανίσει τον εαυτό του και μαζί με τον Πατέρα του θα «ποιήσουν μονήν». Όσοι θέλουν να απολαύσουν αυτά τα υπερφυσικά δώρα και χαρίσματα, ας φροντίζουν να τηρούν τις εντολές και ο κύριος είναι «πιστός ἐν πᾶσι τοῖς λόγοις αὐτοῦ». Τι είναι το καλό και το κακό και πότε ενεργούν; Το καλό είναι αυτός ο ίδιος ο Θεός, όσα προέρχονται απ’ Αυτόν και όσα τον περιστοιχούν. Το καλό εντοπίζεται και στην ανθρώπινη προσωπικότητα πριν την πτώση και μετά, στην ανάπλαση του αγιασμού. Το καλό ακόμα, είναι η έννοια του ορθού, του λογικού και η σχέση μεταξύ τους. Είναι η ολοκληρωτική απουσία του παραλόγου, του πονηρού και της διαστροφής. Αντίθετα το κακό είναι η διαστροφή και η κατάργηση όσων περιγράψαμε για το καλό. Όσα προέρχονται από αυτό είναι μόρια και μέλη του θανάτου, αυτό το ίδιο το «σώμα του θανάτου», που έχουν πατέρα και προαγωγό τον διάβολο και τα πάμπολλά του όργανα. Και από την μια πλευρά το καλό είναι ύπαρξη και οντότητα, αφού είναι πρόσωπο και προέρχεται από τον ίδιο το Θεό, ενώ από την άλλη το κακό δεν υπάρχει σαν οντότητα και σαν στοιχείο, αλλά δημιουργήθηκε σαν παράσιτο από την έλλειψη του καλού, όπως ακριβώς το σκοτάδι που εμφανίζεται με την απουσία τους φωτός. Το κακό από μόνο του είναι «μή ὂν» και ανύπαρκτο και επομένως δεν πρέπει να απειλεί και να εκφοβίζει. Η δική μας αμέλεια και προδοσία του δίνει ύπαρξη. Μοιάζει με εκείνον που σβήνει το φως και τον καλύπτει το σκοτάδι. Ο Λόγος του Θεού, η Αυτοαλήθεια, λέει αυτή την πραγματικότητα: «Ὁ μή ὤν μετ’ ἐμοῦ κατ’ ἐμοῦ ἐστι ὁ μή συνάγων μετ’ ἐμοῦ σκορπίζει» (Ματθ. 12,30). Αυτό πάλι υπαινίσσεται όταν μας προκαλεί στην διαμονή μαζί του, που είναι το απόλυτο καλό. «Μείνατε ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν ὑμῖν…ὁ μένων ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν αὐτῶ οὗτος φέρει καρπόν πολύν, ὃτι χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ιω. 15,4.5). Πως μπορεί να θεραπευτεί ο ασθενής χαρακτήρας που εύκολα πέφτει στην κατάκριση; Κάθε ανθρώπινος χαρακτήρας θεωρείται ασθενής όταν απουσιάζει από αυτόν η θεία Χάρη, που τελειοποιεί και συνέχει τα πάντα, αφού «τά ἀσθενῆ θεραπεύει καί τά ἐλλείποντα ἀναπληροῖ». Αυτό τονίζει και ο Κύριος μας όταν λέει ότι «χωρίς ἐμού οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Εκτός όμως της παρουσίας της Χάριτος απαραίτητα χρειάζεται και η ανθρώπινη πρόθεση και συνεργασία, σύμφωνα με τους ηθικούς κανόνες της λογικής και τις θείες εντολές, που θα προκαλέσουν τη θεία επέμβαση. Ο άνθρωπος που εύκολα κατηγορεί, το κάνει γιατί συνήθισε λανθασμένα να ερευνά τις ξένες πράξεις και σκέψεις παρά τις δικές του. Λησμόνησε τα λόγια της Γραφής «μή κρίνετε, ἵνα μή κριθῆτε» (Ματθ. 7,1 και το «ἐν ᾧ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε» (Ματ. 7,2). Η τόσο εύκολη συνήθεια της κρίσεως ξένων λόγων και πράξεων είναι ψυχική αρρώστια που προέρχεται από πώρωση της λογικής δυνάμεως του νου που είναι μάλλον γέννημα του εγωισμού. Η εσωστρέφεια, που συνοδεύεται από την αυτομεμψία, κρίνεται απαραίτητα για τη διάγνωση και επίγνωση των δικών μας σφαλμάτων και λαθών. Απαραίτητος κανόνας και δόγμα της ζωής είναι η ευαγγελική νομοθεσία, χωρίς την οποία ο άνθρωπος δεν ορθοποδεί. Ο νόμος του πνεύματος της ζωής που είναι σε θέση να απελευθερώσει από το θάνατο στον οποίο κατρακυλήσαμε, μας χαράζει τους καινούργιους δρόμους της ζωής. Η αγάπη ενώνει τα «διεστῶτα εἰς ἕν», δημιουργεί ένα δεσμό, μια κοινωνία. Μας διδάσκει ότι «ὀφείλομεν τάς ψυχάς ὑπέρ τῶν αδελφῶν ἡμῶν τιθέναι» και «ἀλλήλων τά βάρη βαστάζετε» και «πάντα ἡμών ἐν ἀγάπῃ γινέσθω». Η άγνοια της ευαγγελικής διδασκαλίας επιτρέπει την επίδραση του παραλόγου και απομακρύνει τη θεία Χάρη. Επειδή ο άνθρωπος δεν έχει γνώση του Θεού και άρα δεν έφτασε ακόμη στο φωτισμό, πλανάται στις κρίσεις του. Από εδώ αρχίζει το δικαίωμα του «γιατί;» του «αν» και του «μήπως;» και ξεκινά η κατάκριση, η αντίσταση, η απείθεια, το μίσος και γενικά η κακία. Αναίρεση σε όλα αυτά μπορεί να προσφέρει ο Κύριός μας με το λόγο του: «ἐντολήν καινήν δίδωμι ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» και «ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὃτι ἐμοί μαθηταί ἐστε ἐάν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις». Όποιος φρόντισε να κρατήσει το νόμο της ευαγγελικής αγάπης σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου μας απαλλάσσεται από τη περιεκτική κακία. Τότε ούτε κρίνει ούτε επιβουλεύεται, ούτε κακοποιεί. Χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια απαλλάσσεται από τον παλαιό άνθρωπο και από όλο το νόμο της διαστροφής, αφού όλα τα ρυθμίζει η αγάπη. Πώς βλάπτει ο θυμός και ποια είναι τα αίτια που τον προκαλούν; «Ὀργή δικαιοσύνην Θεού οὐ κατεργάζεται» (Ιακ. 1,20). Έτσι χαρακτηρίζει ο απ. Ιάκωβος την ολεθριότητα του θυμού. Και οι θεόπνευστοι Πατέρες τονίοζυν: «ἀνήρ θυμώδης κἂν νεκρόν ἐγείρει οὐκ ἔστιν εὐπρόσδεκτος». Αν ο δημιουργός, συνοχέας και κύριος του σύμπαντος είναι πράος και ταπεινός, φανταστείτε το αποκορύφωμα της διαστροφής και παραμορφώσεως: το μόριο της κτίσεως – ο άνθρωπος – να είναι σκεύος θυμού! Τι άλλο είναι ο θυμός παρά η θέση του παραλόγου, ο τόπος του ολέθρου, η μερίδα και η φύση του διαβόλου, αυτή η ίδια η απώλεια σε αντίθεση με το Θεό που είναι παναγάπη; Τα αίτια που προκαλούν το πάθος του θυμού είναι ποικίλα, αλλά συγγενικά και αλληλοεξαρτώμενα αφού τα συνδέει η ιδιοτέλεια, το συμφέρον και γενικά η φιλαυτία. Όπου επικρατήσει ο ολέθριος ατομισμός δεν απουσιάζει και η σκιά του, που είναι ο θυμός! Η περιεκτική φιλαυτία διαιρείται σε δύο μέρη, την υλική (σωματική) και την πνευματική (ψυχική). Ως εκ τούτου ερεθίζονται και τα δύο είδη των παθών, τα σωματικά και τα ψυχικά. Γιατί παρουσιάζεται ο θυμός; Επειδή φράζεται ο δρόμος της νομιζόμενης φιλαυτίας. Στους εμπαθείς και αιχμαλώτους στα σωματικά πάθη, που κυριαρχούν οι παράλογες ορέξεις και οι ηδονές, ο θυμός κινείται από το φόβο της στερήσεως της ικανοποιήσεως τους. Το ίδιο γίνεται και στους αιχμαλώτους των ψυχικών παθών, όπως της φιλοδοξίας, τους εγωισμού, της υπερηφανείας, των τιμών, των προβολών, των επαίνων κλπ. Όλα αυτά είναι τα κίνητρα και εργαλεία του θυμού, που μας χωρίζει από την παναγάπη και τη ζωή – το Θεό – και μας ετοιμάζει τόπο στον Άδη και το θάνατο, τον τόπο του σατανά! Τη λύτρωση και ελευθερία μας υποδεικνύει ο Κύριος μας, η ανάσταση και ζωή, διδάσκοντας την αρμόζουσα συμπεριφορά: «Ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν αγάπῃ» (Εφ. 4,2) «ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν, εὒχεσθε ὑπέρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καί διωκόντων» (Ματ. 5,44), «ὅσα ἂν θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἂνθρωποι, οὕτω καί ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς» (Ματ 7,12) και «εὐλογεῖτε καί μή καταρᾶσθε» (Ρωμ. 12,14).  http://clubs.pathfinder.gr/vatopaidi/325718#eksomologisi

12η Οκτωβρίου-Ανάμνηση της μετακομιδής Ιερών λειψάνων του Αγίου Μαξίμου του Γραικού του Βατοπαιδινού στην Άρτα.

Σχολιάστε

 

Η μετακομιδή των Ιερών Λειψάνων του Αγίου Μαξίμου του Γραικού στην Άρτα έγινε την 12η Οκτωβρίου 1997.Συγκεκριμένα οΚαθηγούμενος της Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου  Γέροντας Εφραίμ, συνοδευόμενος από τους Βατοπαιδινούς πατέρες Τιμόθεο ,Αθανάσιο και Ανδρέα, μετέφεραν στην Άρτα τεμάχιο του λειψάνου του αγίου, το οποίο δόθηκε μεν στον Μητροπολίτη Άρτας στη Ρωσία , αλλά κατόπιν επιθυμίας του Σεβασμιωτάτου παρέμεινε επί μερικούς μήνες στην Μονή Βατοπαιδίου .


Γράφονται στα Πρακτικά της Συνάξεως της Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου τα εξής.
«…το απόγευμα αφίχθησαν εις Άρταν συνοδεία πάντοτε περιπολικού οχήματος και οχήματος ασφαλείας της Αστυνομίας, όπου επεφυλάχθη μεγαλειώδης και θερμοτάτη υποδοχή εις τον άγιον Μάξιμον υπό του Σεβασμιωτάτου αγίου Άρτης και άλλων αρχιερέων, των αρχών της πόλεως και του Αρτινού λαού, υποδεχομένου τον ομαίμονα άγιόν του εις τα χώματα ένθα ανετράφη. Αξίζει να σημειωθή ότι όλη η περιοχή τότε υπέφερεν εξ ανομβρίας και δια της αφίξεως του αγίου λειψάνου ήρχισε καταρρακτώδης βροχή, η οποία εσταμάτησε δι ολίγην ώραν κατά την υποδοχήν και μέχρι του πέρατος της υποδοχής. Ο λαός έζησε το γεγονός τούτο ως διπλούν θαύμα του αγίου Μαξίμου. Αφ ενὸς ο άγιος έφερε τας ποθουμένας βροχάς, και αφ ετέρου έπαυσε ταύτας δι ολίγον δια να δυνηθή ο κόσμος να παρευρεθή εις την υποδοχήν. Ο Άγιος Καθηγούμενος εξέφρασε την βαθείαν συγκίνησίν του από την ευλάβειαν του Αρτινού λαού προς τον Άγιον Μάξιμον.

« Ετελέσθησαν λαμπραί Ιεραί Ακολουθίαι και αγρυπνία εις τον Μητροπολιτικόν Ναόν, όπου και εναπετέθη δια την προσκύνησιν το άγιον λείψανον. Τέλος ο Άγιος Καθηγούμενος ανέφερεν ότι εξεφώνησεν ομιλίαν εις την αίθουσαν του ομίλου « Σκουφάς », κατόπιν προσκλήσεως του ομίλου, παρουσία των επισήμων και του χριστεπωνύμου πληρώματος υπό τον τίτλον: « Ο Μάξιμος ο Γραικός ως άγιος της Ορθοδόξου Εκκλησίας »

Από την ομιλία του Γέροντος Εφραίμ του Βατοπαιδινού δημοσιεύουμε ένα μικρό απόσπασμα:
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΥ
– Ο ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΓΡΑΙΚΟΣ ΩΣ ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΑΝΑΦΟΡΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΥ ΤΟΥ ΕΞ ΑΡΤΗΣ
(Απόσπασμα)


« Η Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου κατά το ιστορικό της παρελθόν έχει αποδειχθεί ότι διαδραμάτιζε διπλό ρόλο όσον αφορά την πνευματική της δραστηριότητα. Αφ’ ενὸς μεν δρούσε στην ησυχία και την αμεριμνία που είναι οι προϋποθέσεις για την κάθαρση από τα πάθη, το φωτισμό του νου και τη θέωση και αφ ετέρου τα θεωθέντα και αγιασμένα τέκνα της τα έστελνε στην ιεραποστολή για να δώσουν την καλή μαρτυρία της ακραιφνούς Ορθοδόξου ημών Αγιορειτικής Παραδόσεως προς στήριξη του λαού του Θεού, κάτι που δεν είναι ξένο στο ρου της διαχρονικής πορείας της Εκκλησίας. Και τολμούμε να πούμε ότι τόσο πολύ διακρινόταν η Μεγίστη αυτή Μονή στον τομέα αυτό, ώστε να επιδοθεί σ’ αυτὴ ο κλήρος της Ιεραποστολής, όχι μόνο στην ημεδαπή αλλά και στα άλλα Ορθόδοξα Έθνη.
Ο Άγιος Μάξιμος ο Βατοπαιδινός, γνωστός σαν « ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός », υπήρξε ένας από τους διαπρεπέστερους μοναχους, διεκρίθη δε σαν θεολόγος, φιλόσοφος, συγγραφέας και ποιητής κατά το αʹ ήμισυ του 16ου αιώνα, που έγινε γνωστός σαν « φωτιστής και αναμορφωτής του Ρωσσικού Έθνους ».
Γεννήθηκε στην πόλη της Άρτας, στη Βορειοδυτική Ελλάδα, γύρω στο έτος 1470 και καταγόταν από πλούσια, επιφανή και ευσεβή οικογένεια και ονομαζόταν Μιχαήλ Τριβώλης. Έλαβε τη βασική παιδεία από τους γονείς του και στα σχολεία Άρτας και Κέρκυρας. Σε ηλικία είκοσι χρόνων μετέβηκε στην Ιταλία,όπου παρακολούθησε ανώτερες σπουδές για μια δεκαπενταετία στα πανεπιστήμια της Ιταλίας, Βενετία, Πάδοβα, Φερράρα, Φλωρεντία και στα Μεδιόλανα. Ένας από τους πλέον έγκριτους βιογράφους του Αγίου Μαξίμου ο πρίγκηπας Ε. Γκολουμπίνσκιϊ ισχυρίσθηκε ότι, εάν παρέμενε τελικά στην Ιταλία, θα γινόταν ένας από τους διαπρεπέστερους Καθηγητές Πανεπιστημίων της εποχής εκείνης.
Όμως ο Άγιος Μάξιμος επιδόθηκε σε έντονη αναζήτηση του αυθεντικού τρόπου της χριστιανικής ζωής, αφού διαπίστωσε την γυμνότητα του ανθρώπου χωρίς το Θεό, ζώντας στην Ιταλία όπου τότε άκμαζε ο αναγεννησιακός ουμανισμός. Ακούοντας δε, για τη μοναστική πολιτεία του Αγίου Όρους και ποθώντας να επιτύχει τον ύψιστο ανθρώπινο προορισμό τη θέωση, αφού διαπίστωσε την ματαιότητα κάθε επίγειας δόξας και σοφίας κατά κόσμο, αποφάσισε να αφοσιωθεί στον Κύριο σαν μοναχός στο περιφανέστερο λίκνο της Ανατολικής Ορθοδόξου Παραδόσεως της εποχής του και κατάληξε στην Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου.
Το 1515 ο Τσάρος Βασίλειος Ιβάνοβιτς ζήτησε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, καθώς και από τον « Πρώτο » του Αγίου Όρους εμπειρο, πεπαιδευμένο και ενάρετο μοναχό για να μεταφράσει εκκλησιαστικά κείμενα στη ρωσική γλώσσα και συνάμα να διορθώσει εσφαλμένες μεταφράσεις και αντιγραφές της Αγίας Γραφής και Πατερικών κειμένων. Όλοι,συμπεριλαμβανομένης της Βατοπαιδινής Γεροντίας, επέλεξαν ομόφωνα τον χαρισματούχο μοναχό Μάξιμο.
Ο Άγιος Μάξιμος αναχώρησε από το Άγιο Όρος το 1516. Σαν εκπρόσωποι του ευγενούς Ρωσικού λαού υποδέχθηκαν τον Αγιο-ρείτη μοναχό και τη συνοδεία του, ο Μητροπολίτης Μόσχας Βαρλαάμ και ο Τσάρος Βασίλειος Ιβάνοβιτς.
Δυστυχώς, την εποχή εκείνη το Ρωσικό Έθνος μαστιζόταν από κενές ιδεολογίες, που είχαν υπεισέλθει και στα Ορθόδοξα εκκλησιαστικά βιβλία, ίσως όχι τυχαία. Ο Μάξιμος ανέπτυξε συγγραφικό, μεταφραστικό, διορθωτικό και ερμηνευτικό έργο. Παράλληλα η Ορθοπραξία του ήλκυσε σύντομα το Τσάρο και το Μητροπολίτη, καθώς επίσης και το λαό και αρκετούς επιφανείς και διακεκριμένους άνδρες, που διεπίστωσαν στο πρόσωπό του το σοφό μοναχό, που είχε τη δυνατότητα να επιλύει δυνάμει Θεού με τις συνετές του διδαχές και συμβουλές τα πολυσχιδή προβλήματα που ανήκαν στους ανθρώπους όλων των κοινωνικών τάξεων και δραστηριοτήτων. Έτσι άρχισε το συμβουλευτικό του έργο κυρίως προς το Ρώσο Ηγεμόνα και το Μητροπολίτη που διοικούσαν τα της Πολιτείας και τα της Εκκλησίας.
….. Πρέπει δε να σημειώσουμε ότι ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός υπήρξε ο πρώτος μύστης των Ρώσων στην αρχαία Ελληνική φιλοσοφία και φιλολογία, λόγω της σχετικής εμβριθούς και πολυετούς σπουδής του στη Δύση. Επίσης ήταν ο πρώτος εισηγητής της τυπογραφίας στη Ρωσία, ένεκα των στενών του σχέσεων με τον περίφημο Ιταλό τυπογράφο και λόγιο Άλδο Μανούτσι. Γενικά, ο Φωτιστής και Ισαπόστολος Μάξιμος ενεργούσε πολύτροπα και σοφά και φρόντιζε να μορφώνει πλήθος ανθρώπων, που συνέχισαν το κολοσσιαίο έργο της Ορθοδόξου διαφώτισης της Ρωσίας για τη σωτηρία του λαού και προς δόξα και χαρά της Εκκλησίας του Χριστού. Οι εν λόγω πολιτιστικές δραστηριότητες του Αγίου Μαξίμου εξάρουν την πολυποίκιλη ευεργετική δράση του Αγίου, που αναδείχθηκε όχι μόνον Ιεραπόστολος αλλά και εκπολιστιστής του Ρωσικού λαού, που την εποχή εκείνη βρισκόταν σε κατάσταση αγραμματοσύνης και αμάθειας.
Η ιεραποστολική δράση του Αγίου Μαξίμου διάρκεσε για μια οκταετία. Το ομολογιακό του έργο όμως του επιφύλασσε βαρύ σταυρό, η μάλλον ο εχθρός της αλήθειας διάβολος επιχείρησε να καταστρέψει το έργο του Μαξίμου! Αλλά τελικά αστόχησε, διότι «ο κόκκος του σίτου έπεσεν εις την γην και απέθανεν και έδωκεν καρπόν εκατονταπλασίονα», κατά το Κυριακό λόγιο.
Ευκρινέστερα αναφέρομε ότι λόγω ατασθαλιών εκ μέρους πολιτικών και ορισμένων εκκλησιαστικών φορέων – που οφείλονταν εν πολλοίς σε άγνοια – ο Αθωνίτης Πατήρ αναγκάσθηκε να διαμαρτυρηθεί και να ελέγξει κάποιους, με βάση τις ευαγγελικές αξίες και σύμφωνα με την εκκλησιαστική ιδιότητα, που του χορηγήθηκε από τη Ρωσική Εκκλησία και τη Βασιλεία της χώρας. Δυστυχώς όμως, αντί η κατάσταση των πραγμάτων να βελτιωθεί, ο Μάξιμος είχε πλέον να αντιμετωπίση την έχθρα των ανθρώπων αυτών. Σ αυτοὺς συμπεριλαμβανόταν και ο ίδιος ο υπ αυτοῦ ελεγχθείς Τσάρος και ο Μητροπολίτης της Ρωσίας Δανιήλ, που αγνοούσαν το ειλικρινές ενδιαφέρον του Αγίου για τη σωτηρία τους και την ευθυδρομία της Ρωσικής Εκκλησίας.
Απ εδώ αρχίζει μια βαριά σταυρική πορεία του Αγίου εν μέσω φυλακών και κατατρεγμών και μέχρι θανάτου δοκιμασιών. Αυτές ακριβώς οι δοκιμασίες τελειοποίησαν πνευματικά τον Μάξιμο, ώστε να θεωρείται σήμερα ο πρώτος από τα επιφανή τέκνα της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, ο άριστος από τους μεγαλύτερους στην αγιότητα, Ισαπόστολος και Ομολογητής, Μάρτυρας και Όσιος και Έγκλειστος και Ησυχαστής. Είναι αυτός που με θεία κλήση συγκέντρωσε όλα μαζί τα χαρίσματα και σ’ αυτὸν αρμόζουν όλες οι εν λόγω προσωνυμίες σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μη θεωρείται κάτι απ αυτὰ υπερβολή, καθώς θα αποδείξομεν πιο κάτω με τις πενιχρές μας δυνάμεις και με τις πρεσβείες του Οσίου μας Πατέρα. Και όχι μόνον δεν μπορεί να θεωρηθούν υπερβολή όλες οι εν λόγω προσωνυμίες, αλλά αποδεικνύεται ακόμη ότι ο Άγιος αυτός ξεπερνούσε κατά πολύ και τους αγίους εκείνους που επιμελήθηκαν στο έπακρο ένα τρόπο ζωής κατά το ανθρώπινο δυνατό και μια ασκητικότητα, που τους διάκρινε και τους κατέταξε στο δικό τους τάγμα.
………..Ο Άγιος γέροντας στην ηλικία και καταβεβλημένος από τις πολλαπλές κακουχίες της ισοβίου φυλάκισής του, κατά την 21η Ιανουαρίου του 1556, ημέρα που η Εκκλησία τιμά τον ομώνυμο και προστάτη του Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, και στην Ιερά Μονή της μετάνοιάς του στο Βατοπαίδι οι πατέρες και αδελφοί του αμέριμνοι και αγαλλώμενοι τιμούσαν κατά το έθος την εορτή της Παναγίας της Παραμυθίας, ξένος σε ξένη χώρα, χωρίς ανθρωπίνη παρηγοριά, ο Άγιος Μάξιμος παρέδωκε το πνεύμα του στα χέρια του αγαπημένου του Κυρίου, για να τον παραμυθήσει από τους κόπους και πόνους του η Κυρία Θεοτόκος η Βατοπαιδινή Μήτηρ του και Παραμυθία.
Η Θεία Πρόνοια, προκειμένου να μαρτυρήσει για τη σωστή ομολογία του Αγίου Μαξίμου και την ευαρέσκειά της για το ομολογιακό του έργο, οικονόμησε να κοιμηθεί ο Όσιος την ημέρα της μνήμης του ομώνυμου και προστάτη του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, ημέρα που γιόρταζε και συνεχίζει να εορτάζει η Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου τη θαυματουργή της εικόνα την Παναγία την Παραμυθία, γεγονός που μαρτυρεί ότι η σκέψη και η αγάπη του Αγίου ήταν πάντοτε στη Μονή του και τη θαυματουργή της εικόνα και ότι επίσης ο πόθος του για επιστροφή παρέμεινε πάντοτε ακλινής, χωρίς όμως να μπορέσει να τον πραγματοποιήσει. Κι αυτό πάλιν από θεία Πρόνοια, ώστε το θείο σκήνος του να αποβεί – σαν άλλος μυθικός φοίνικας αναγεννώμενος από την τέφρα του – το θεμέλιο της πνευματικής του οικοδομής και του ιεραποστολικού του έργου στη Ρωσία, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ο αρχέκακος εχθρός διάβολος θέλησε να εμποδίσει το έργο του Οσίου, δηλαδή το έργο του Θεού, αλλά τραυματίσθηκε καίρια με τα δικά του όπλα και κατά το ψαλμικό: «η ρομφαία αυτού εισήλθεν εις την καρδίαν αυτού».
Γέρων κεκοιμηκώς από τη μαρτυρική του ζωή τελείωσε την επίγεια ζωή του και το αποστολικό έργο του, αναβαίνοντας στην επουράνια θριαμβεύουσα Εκκκλησία. Ήταν 86 περίπου χρόνων όταν κοιμήθηκε (1556) και είχεν υπηρετήσει μέχρι τελευταίας ικμάδας τη Ρωσική Εκκλησία και τον ευσεβή λαό της για συνολική περίοδο τριάντα οκτώ (38) χρόνων. Τα εικοσιέξι (26) χρόνια ήταν στη φυλακή υποκείμενος σε ανεικάστους ταλαιπωρίας.


Το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως προέβηκε στον κανονισμό ως Αγίου του Μαξίμου του Γραικού το 1988. Στη συνέχεια τον ίδιον χρόνο και στην εορτή της χιλιετηρίδας της Ορθοδοξίας στη Μόσχα κανονίσθηκε σαν άγιος και από τη Ρωσική Εκκλησία.
Ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός αναδείχθηκε Πατέρας των Ορθοδόξων της Ρωσικής γης.
Ευχόμαστε ο Πανάγαθος Τριαδικός Θεός μας, που «έως άρτι εργάζεται» να αποστέλλει πάντοτε άξιους και άγιους εργάτες στον αμπελώνα Του, σαν τον ακάματο και μέγα Άγιο Μάξιμο, για τη σωτηρία όλων μας. Ευχόμαστε επίσης ο Θεός με τις πρεσβείες του Οσίου τούτου Πατέρα μας να δίδει τη Χάρη Του, για τη διαφύλαξη της ενότητας της πίστεως και το σύνδεσμο της αγάπης στη μία Αγία του Χριστού Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

Βατοπαιδίου το εξαίρετον χριστόθρεμμα,
Και όρους Άθω το πανεύοσμον αγλάισμα,
Θείον Μάξιμον τιμήσωμεν επαξίως ,
Των λειψάνων την σορόν ανακομίζοντες
Εκ Ρωσίας ένθα πλήθη κατεφώτισε,
Τούτω κράζοντες
Χαίροις Μάξιμε Μέγιστε.

Επιμέλεια:πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

 

Ο βατοπαιδινός Άγιος Γερμανός ο Μαρούλης (1252 – 1336) [εορτάζεται 11 Οκτωβρίου]

Σχολιάστε

Vatopaidi.wordpress.com

Agios Germanos Maroulis

Κατά τον όντως φιλόθεο και φιλάγιο βιογράφο άγιο Φιλόθεο τον Κόκκινο, του αγίου Γερμανού πατρίδα ήταν «η περιφανής Μακεδόνων μητρόπολις, το φίλον όντως εμοί και ήδιστον έδαφος, η θαυμαστή και μεγάλη Θεσσαλονίκη» Ήταν συμπατριώτες και φίλοι οι δύο άγιοι. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1252 από φιλάνθρωπους, ευκατάστατους, ευσεβείς και πολύτεκνους γονείς. Ήταν ο τρίτος από τα οκτώ τέκνα των γονέων του. Τον κατά κόσμον Γεώργιο από μικρό τον διέκρινε «ευταξία τις και σύννοια θαυμαστή και απλότης, εύκαιρος τε σιωπή στόματος μετ’ ηρεμίας ψυχής και ήθους υποβεβηκότος τε και μετρίου, και το παν, ως ειπείν, ειρήνης και σωφροσύνης και πραότητος άγαλμα». Από μικρός αγάπησε υπέρμετρα την ησυχία, την προσευχή, την άσκηση, τη νηστεία, την αγρυπνία, την κατάνυξη, τη φιλαδελφία και φιλοπτωχία. Ο ένθεος και ενάρετος βίος του διακρινόταν με την απαθή στάση του και τη με πραότητα, υπομονή του στη σκληρή και άπρεπη στάση των ζωηρών συμμαθητών του απέναντι του στο σχολείο. Στους ταλαιπωρημένους εργάτες των κτημάτων τους συμπεριφερόταν με ιδιαίτερη στοργή.

Όταν τους είδε κάποτε καταϊδρωμένους και αποκαμωμένους, τους είπε να διακόψουν την εργασία και να αναπαυθούν. Ο πατέρας του τον επετίμησε, αλλά κατα βάθος χάρηκε για τα φιλάνθρωπα αισθήματα του ενάρετου παιδιού του.

Οι γονείς του σκέπτονταν να τον νυμφεύσουν, αλλά αυτός δεν ήθελε κανένα σύνδεσμο με τον μάταιο κόσμο, γιατι ετοιμαζόταν για μόνιμη αναχώρηση. Τότε ήλθε από το Άγιον Όρος στη Θεσσαλονίκη ο ενάρετος Αγιορείτης Γέροντας Ιωάννης, που κατοικούσε σε Δοχειαρίτικο Κελλί: «Ενταύθα και τω μεγάλω και στερρώ περιτυχών της ασκήσεως και της ησυχίας στύλω, Ιωάννη φημί τω πάνυ, του Άθω και της καλής ερημίας άρτι τότε προς επίσκεψιν και διδασκαλίαν εκείσε κατιόντι των λογικών εαυτού θρεμμάτων». Περί το 1270, νέος, μόλις είχαν φανεί τα γένεια του, ακολούθησε τον Γέροντα Ιωάννη στο Άγιον Όρος: «Άθως δ’ εκείθεν ο μέγας δεξάμενος, το πίον και τετυρωμένον, εποί τις αν κανταύθα δικαίως, όρος, το όρος του Θεού, εν ω κατοικείν ο «τα πάντα πληρών» ευδόκησε διά την αρετήν δηλονότι των ενοικούντων, έθρεψέ τε πνευματικώς, είπερ τινά που των πάντων, και εις άνδρα προαγαγών τέλειον, «εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού»’ μετά πολλού γε πάνυ του περιόντος, πυρσόν ανέδειξε περιφανή τε και διαέριον σοφίας τε και γνώσεως πάσης τοις εκ του κοσμικού τούτου πελάγους και των ενταύθα πνευμάτων τε και του κλύδωνος εις τον σωτήριον εκείνον κατιούσι λιμένα».

Μετά σύντομη διαδικασία εκάρη μοναχός από τον Γέροντά του Ιωάννη και από Γεώργιος ονομάσθηκε Γερμανός. Διακρίθηκε για την υπεράνθρωπη άσκησή του και την πρόθυμη υπακοή του. Ως εργόχειρο είχε την καλλιγραφία. Μετέβαιναν στην «του Βατοπεδίου μεγάλην συνεχώς Λαύραν» προς προσκύνιση και συμμετοχή στις ιερές ακολουθίες αλλά και «θέας τε και ομιλίας των αδελφών χάριν». Οι Βατοπαιδινοί πατέρες τους είχαν σε μεγάλη εκτίμηση κι ευλάβεια. Ο νεαρός Γερμανός θαυμαζόταν και από τον γηραιό Γέροντά του, γιατί παρά το βάρος που σήκωνε, πήγαινε τον μακρύ και δύσκολο δρόμο από το κελλί τους στο Βατοπαίδι αγόγγυστα κι ευχάριστα, αλλά και όταν δοκιμάσθηκε ενώπιον πάντων των Βατοπαιδινών μοναχών, υπέμεινε γενναία, προς διδασκαλία και εντυπωσιασμό όλων για την αρετή του νεαρού μοναχού, που τόσο πρόθυμα ασκούνταν στην ταπείνωση και την υπακοή.

Μετά τη μαρτυρική τελείωση του προσφιλούς του Γέροντος Ιωάννου, περί το 1215 στη Θεσσαλονίκη με τον υποτακτικό του Γρηγόριο από τους Λατινόφρονες, αφού προείδε το τέλος του και προφήτευσε την ασκητική πρόοδο του αγαπητού του υποτακτικού, ο όσιος Γερμανός αναχώρησε για τις Καρυές και κατόπιν για τα όρια της Μεγίστης Λαύρας. Υποτάχθηκε στον Γέροντα Ιώβ, που ασκήτευε στο σπήλαιο της Παναγίας, κοντά στη Μεγίστη Λαύρα. Αργότερα ο Ιώβ ανέλαβε την ηγουμενία της Μεγίστης Λαύρας. Λόγω της ανυπακοής των Λαυριωτών επέστρεψε στο σπήλαιο των αγωνισμάτων του με τον Γερμανό. Μετά την εξορία του Ιώβ ο όσιος υποτάχθηκε στους Γέροντες Μύρωνα, Μαλαχία, Αθανάσιο και Θεοδώρητο, ώστε όλη του η ζωή να είναι στη μακάρια υπακοή, ως «παίς και μαθητής». Κατόρθωσε με τη συνεχή μαθητεία του να κερδίσει «του μεν τον λόγον, του δε τον βίον, του δε την θεωρίαν, του δε την πράξιν, και πάντων ομού μιμησάμενος πάντα και προς την εαυτού συλλέξας ψυχήν μετά παντός του βελτίστου, μίαν τινά θεοειδή της αρετής εικόνα θαυμασίως ο γενναίος απηκριβώσατο».

Προς το τέλος της ζωής του δέχθηκε ως υποτακτικό του τον ανάπηρο Ιωαννίκιο, τον όποιο έσωσε από βέβαιο θάνατο με την προσευχή του, όπως τον ασθενή ανηψιό του Ιωάννη, που τον επισκέφθηκε στην έρημο και τον βαρειά ασθενή συγγενή του Ιάκωβο. Σε ηλικία 84 ετών μετά μικρή ασθένεια, προσευχόμενος ανεπαύθη εν Κυρίω. Μόνο τα 18 πρώτα έτη του έζησε στον κόσμο κι όλα τα άλλα τα πέρασε στην αθωνική έρημο, με υπακοή, άσκηση και προσευχή. Γι’ αυτό χαριτώθηκε από τον Θεό πλούσια.

Ο άγιος Σάββας ο Βατοπαιδινός, συνδεόμενος με τον όσιο Γερμανό, έλεγε στον μετέπειτα βιογράφο του άγιο Φιλόθεο τον Κόκκινο, τα εξής χαρακτηριστικά εγκωμιαστικά λόγια, όπως μας τα καταγράφει: «Βούλομαι ακριβώς ειδέναι σε φίλος, ως ο κοινός ημών πατήρ και πάλαι μεν της κάτω και ημετέρας πατρίδος, νυν δε της μεγίστης Λαύρας, μάλλον δε των ουρανών ήδη και των απογεγραμμένων εκεί μέγας πολίτης, Γερμανός ο θείος, Αντώνιος εστίν νυν εν ημίν άλλος ο μέγας· ου την πολιτείαν φημί και την της αρετής άσκησιν μόνον, αλλα δή και την καθαρότητα της καρδίας και την ενοικούσαν αυτή του Πνεύματος χάριν τε και σοφίαν».

Συγγραφέας του ωραίου βίου του οσίου είναι ο φίλος του άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος. Με ιδιαίτερη χάρη, γνώση και χαρακτηριστική αμεσότητα, δίχως υπερβολές και ακρότητες, παρουσιάζει ο άγιος βιογράφος τον άγιο βιογραφούμενό του ως υπόδειγμα και παράδειγμα προς όλους και ιδιαίτερα προς τους μοναχούς και κύρια τους Αγιορείτες: «Οι της ερημίας, τον πτερωτήν, κατά τον μέγαν αύθις ειπείν εκείνον, οι της επιμιξίας, τον νομοθέτην· οι της απλότητος, τον οδηγόν· οι της θεωρίας, την πηγήν του θείου λόγου και της διδασκαλίας· ο εν ευθυμία, τον χαλινόν· ο εν συμφοραίς, την παράκλησιν· την βακτηρίαν, η πολιά· την παιδαγωγίαν, η νεότης· η πενία, τον ποριστήν· η ευπορία, τον οικονόμον. Δοκούσι μοι και ποιμένες τον της ποιμαντικής διδάσκαλον επαινέσεσθαι, και παίδες και μαθηταί τον σοφόν καθηγητήν και πατέρα, και πτωχοί και ξένοι τον φιλόπτωχόν τε και φιλόξενον, και αδελφοί και πατέρες τον φιλάδελφον ομού και φιλότεκνον, οι τας ψυχάς νοσούντες τον απαθέστατον ιατρόν, οι ύγιαίνοντες τον φύλακα της υγείας, οι πάντες τον πάσι πάντα γενόμενον, ίνα κερδάνη τους πάντας ή πλείονας».

Η μνήμη του είναι άγνωστη στους συναξαριστές. Συνεορτάζεται μετά των Βατοπαιδινών Αγίων στις 10 Ιουλίου.

Πηγή: Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, Βατοπαιδινό Συναξάρι

Έκδοσις: Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος, 2007

 

Older Entries Newer Entries