Τ’ ολόγιομο κελί

Σχολιάστε

vatopaidi.wordpress.com

Gerontas Iosif Vatopaidinos & Eikona Ag_ Iosif Mnistor

Ο Γέροντας Ιωσήφ κρατάει μια εικόνα του αγίου Ιωσήφ με τον Χριστούλη.

Προς το κελί ροβόλησα, τόσα χρόνια που ήσουν,

ξέχασα πως χτύπησες, Γέρων Ιωσήφ, πόρτα του Παραδείσου

Η παρουσία σου παντού μα και η γλυκιά ολογάλανη ματιά σου

δεκάδες έρχονται ξανά, παρηγοριά ζητούν στα λόγια τα δικά σου.

 

 

Για εσχατιά μας μίλησες, μα και για την Ελλάδα

πως δεν θα αφήσει η Παναγιά, να την αγγίξει λάβα.

Έσκυψα και μ΄ ευλόγησες και έδιωξες τη θλίψη μου για πάντα

και μου έγνεψες πως έμεινες εδώ, για άλλα χρόνια σαράντα.

 

Είναι το καλυβάκι σου, ολόγιομο με χάρη

να έρχεται ο δυστυχής, παρηγοριά να πάρει.

Η μεσιτεία σου μόνιμα, στην Παναγιά Παρθένα

αίτηση στην Παντάνασσα, να μην ξεχνά ούτε ένα.

Το παιδί σου Π.

 

Aποσπάσματα από το βιβλίο «Συζητήσεις στον Άθωνα» του Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού.

Σχολιάστε

Τι είναι η θεία Χάρη; Είναι δυνατόν να περιγραφεί; Ότι ανήκει στην υπερφυσική θεία ιδιότητα δεν μπορεί ποτέ να περιγραφεί από τα κτιστά όντα. Αμυδρά και σκιωδώς κατανοείται από τον άνθρωπο, γιατί το θείο είναι ακατάληπτο και απερίγραπτο. Θεία Χάρη ονομάζουμε τη θεία δύναμη και ενέργεια με την οποία ο Θεός κατασκεύασε και συντηρεί το σύμπαν. Χάρη ονομάζεται γιατί ακριβώς παρέχεται από το Θεό δωρεάν. Αυτή είναι και για μας η μόνιμη ελπίδα και παρηγοριά. Αυτή στερηθήκαμε με την πτώση. Την επανέφερε όμως ο Κύριός μας με την παρουσία του στη γη. Αυτή ανάλογα με την πίστη και την ακρίβεια της τηρήσεως των θείων εντολών, μας απαλλάσσει από την αιχμαλωσία του παλαιού ανθρώπου, του χοϊκού, και μας μεταμορφώνει κτίζοντας μέσα μας την εικόνα του επουρανίου. Πρέπει όμως, εδώ να τονίσουμε ότι όλα εξαρτώνται από το Θεό και όχι από την ανθρώπινη δραστηριότητα. Το ταπεινό φρόνημα και ιδιαίτερα η εκδήλωση συμπάθειας και αγάπης προκαλεί την επέμβαση και παρουσία της Χάριτος. Γιατί μερικές φορές η χάρη του Θεού χτυπά την πόρτα σε ανθρώπους αδιάφορους και αμελείς; Η φιλάνθρωπη του Θεού οικονομία, η οποία θέλει «πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι» (Α’ Τιμ. 2,4) δίνει αφορμές αφυπνισμού. Ακόμη προφυλάσσει από κίνδυνο, που προέρχεται από απροσεξία ή και κακοήθεια του ανθρώπου. Δυστυχώς όμως, αρκετοί δε συνετίζονται και γι’ αυτούς η ποινή παραμένει αμετάβλητη. Οι περισσότεροι όμως ωφελούνται και μάλιστα γίνονται ιεραπόστολοι της φιλανθρωπίας του Θεού και σε άλλους που δεν τη γνωρίζουν. Πολλές φορές κακοποιοί προσπάθησαν να διαπράξουν εγκλήματα και σε μέρη αφιερωμένα στο Θεό. εμποδίστηκαν όμως από θαύμα και αντί να κακοποιήσουν, ελκύστηκαν προς την πίστη. Άλλαξαν τρόπο ζωής και αυτό, που δεν έκανε η λογική και η ανθρωπιά, το έκανε η φιλάνθρωπη οικονομία του Θεού με την αγάπη αντί με την απειλή. Αυτό συμβαίνει καμιά φορά και από προσευχές ενάρετων ανθρώπων, που προσεύχονται για να φωτίσει ο Θεός τους κακοποιούς αυτούς, ώστε να γνωρίσουν την αλήθεια, επειδή από μόνοι τους βρίσκονται στην πλάνη. Μερικές φορές συμβαίνει αυτό, αν έχουν στον ουρανό κάποιο ενάρετο συγγενή τους και παρακαλεί γι αύτούς το Θεό κατά το λόγο της Γραφής: «μακάριος ὅς ἔχει ἐν Σιών σπέρμα καί οἰκείους ἐν Ἱερουσαλήμ» (Ης. 31,9). Πάντως αυτό είναι έργο της απέραντης φιλανθρωπίας του θεού, που επίμονα προκαλεί την ανθρώπινη αναισθησία σε αφυπνισμό και διόρθωση. Καλύτερα όμως ο άνθρωπος να φροντίζει μόνος του τη διόρθωση του παρά να περιμένει αόριστες ευεργεσίες. Γιατί είναι αναγκαία η εξομολόγηση; Η εξομολόγηση είναι το πρώτο στοιχείο της μετάνοιας. Διάφορα χωρία της Γραφής αναφέρονται στην αναγκαιότητα της εξομολογήσεως, ως πρακτικού δείγματος μετάνοιας. Με την εξομολόγηση αποκαλύπτει ο άνθρωπος την ηττοπάθειά του, την προδοσία και άρνηση των καθηκόντων του, από την οποία προήλθε η πτώση και η καταστροφή. Φανερώνει την υπαιτιότητα του και έτσι καταστρέφει τα μέσα και αίτια της συντριβής του και ολοκληρώνει την επιστροφή στους κόλπους του Πατέρα, που με την αμαρτία και την παράβαση διακόπηκε. Κάθε παράβαση και παρακοή επιφέρει διπλή ενοχή στον άνθρωπο. Και στο σώμα, με τις αισθήσεις, και στην ψυχή και το νου, από όπου ξεκινά η προδοσία. Με την εξομολόγηση θεραπεύει και τις δύο μορφές της ενοχής, αφού περιγράφει με ταπείνωση, ως δική του, την άρνηση και προδοσία. Ούτε εξομολόγηση γίνεται χωρίς μετάνοια, ούτε μετάνοια χωρίς εξομολόγηση. Είναι και τα δύο αχώριστα και απόλυτα μέσα σωτηρίας. Η κύρια αιτία της αποπλανήσεως του ανθρώπου είναι η λανθασμένη κρίση του νου. Μετάνοια σημαίνει την επαναφορά του νου στη σωστή κρίση και χρήση των νοημάτων, ώστε να εκλείψει το παράλογο. Την πράξη αυτήν της ισορροπίας τους ανθρώπου αποδέχτηκε η φιλανθρωπία του Θεού και έγινε το μεγαλύτερο δώρο Του στη φύση μας, αφού ξεπέσαμε από την πρώτη μας θεοειδία. Δεν πρέπει να παραμελούμε τη μετάνοια, αφού κατά το λόγο της Γραφής «τίς καθαρός ἔσται ἀπό ρύπου, ἐάν μία ἡμέρα ὁ βίος αὐτού ἐπί τῆς γῆς» (Ιώβ 14,4-5). Ποιος μπορεί να περιγράψει την έκταση της φιλανθρωπίας και παναγαθότητας του Θεού προς τον άνθρωπο, αφού τον δέχεται, αν επιστρέψει με τη μετάνοια, όσο μεγάλη και αν ήταν η προδοσία και η παράβασή του; Ποιος θα περιγράψει την αθλιότητα και το σκοτισμό του πεπλανημένου ανθρώπου, όταν ποδοπατεί και απορρίπτει αυτό το δώρο, το οποίο ανακαλεί τον αποστάτη και προδότη στους κόλπους της πατρικής αγκάλης και στοργής και τον ελευθερώνει από την αιώνια και φρικτή καταδίκη; Πραγματικά να η φιλανθρωπία του θεού δε μας παραχωρούσε τη μετάνοια, δε θα μας προσέφερε τίποτε και αυτή η οικονομία του Σωτήρα μας, αφού η δική μας τρεπτότητα και διαστροφή θα τα αφάνιζε στον αμαρτωλό και πανένοχο βίο μας. Κανένας απόγονος της αδαμιαίας ρίζας, ας μην παραμελήσει να εφαρμόσει στη ζωή του τη μεγάλη δωρεά της μετάνοιας, για να μην κλάψει ανώφελα στη μέλλουσα αιωνιότητα. Το πένθος και τα δάκρυα είναι τα κυριότερα και επικερδέστερα εργαλεία της γνήσιας μετάνοιας και όσοι μετανοούν σωστά, ας μην τα αποχωρίζονται. Ποιος είναι ο διάβολος και πως ενεργεί; Η Αγία Γραφή μας λέει ότι ο διάβολος είναι «ο πεσών Εωσφόρος». γι’ αυτόν μας πληροφορεί ο Κύριος: «είδον τον σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα» (Λουκ. 10,18). Είναι ο άρχοντας, ο αρχηγός του αγγελικού τάγματος των εκπεσόντων από τον ουρανό, όταν θέλησαν να αποστατήσουν από το θείο θέλημα. Τότε αυτόματα συντρίφτηκαν και ξέπεσαν από την αξία και τη θέση τους. Έχασαν συγχρόνως και την έκπαγλη και φωτεινή ωραιότητα της μορφής τους. Έγιναν φρικιαστικά τέρατα των οποίων και μόνο η μνήμη είναι μισητή. Δεν υπάρχει στη διαβολική του υπόσταση τίποτα το καλό, το αγαθό, το δίκαιο, το ευθές, το λογικό, το αληθινό. Ο διάβολος, ο άλλοτε φορέας του φωτός της δικαιοσύνης, της αγάπης και του αγιασμού, μεταβλήθηκε απότομα – με την ανταρσία κατά του Θεού – σε απόλυτο όργανο του σκότους, του μίσους, του ψεύδους, του ολοκληρωτικού κακού και όσων συντελούν στον όλεθρο της φθοράς και του θανάτου. έγινε και θα παραμείνει πάντοτε σκότος και ψεύδος και απώλεια – με ένα επί πλέον σκοπό – την αντίσταση σε οτιδήποτε είναι του Θεού και σε όσα ο Θεός προνοεί και ιδιαίτερα τον άνθρωπο. Έγινε – και θα παραμείνει στο διηνεκές- κληρονόμος του θανάτου και κάτοικος του Άδη, με κύριο του σκοπό να αποπλανά και να παρασύρει προς το μέρος του όσους μπορέσει. Κεντρικό στόχο του έχει τον άνθρωπο, που βαδίζει να ενωθεί με το Θεό. Ο διάβολος δεν ενέχεται να τον βλέπει να ανεβαίνει ψηλότερα από την πρώτη αξία, που είχε πριν την έκπτωσή του, γι αυτό και ρίχνει εναντίον τα πιο λυσσαλέα βέλη του. Έγινε και έμεινε κατά πρόθεση ανθρωποκτόνος. Ως ψέμα και δόλος και κακία δεν παρουσιάζεται φανερά. Μόνο με υποβολές ερεθίζει το νου και τις αισθήσεις με δόλια προσχήματα, για να αποπλανήσει τη σκέψη και τη θέληση, να παρασύρει σε συγκατάθεση τη γνώμη και έτσι να υποσκελίσει το θύμα πάντοτε με δόλο, υποκρισία και απάτη. Ο άνθρωπος κινείται και ενεργεί περισσότερο με τις αισθήσεις και τα συναισθήματα. Ο εχθρός το γνωρίζει αυτό. Γι αυτό ερεθίζει τις αισθήσεις με προφάσεις ευλογοφανείς και έτσι κλέβει ευκολότερα τη συγκατάθεση. Προβάλλει, βλέπετε, τη βιολογική αναγκαιότητα. Αυτό γίνεται και σο σωματικό και ψυχικό κόσμο. Αν ο άνθρωπος είναι ελεύθερος από πάθη και κακές συνήθειες, εύκολα απαλλάσσεται από τη διαβολική επιβουλή και πάλη. Αν όμως είναι αιχμάλωτος πονηρών έξεων, η μάχη είναι σκληρή και αγωνιώδης. Πάντως η αντίσταση με βάση τον προορισμό μας και τις θείες εντολές γίνεται κατορθωτή με τη συμμαχία της χάριτος που συνυπάρχει με μας. Δεν έχει εξουσία ο διάβολος απ’ ευθείας ή αισθητά να πειράξει τον άνθρωπο. Μόνο με τη φαντασία, με εικόνες, που προβάλλει στην οθόνη της διάνοιας, και με έννοιες μέσω του νου, προκαλεί. Τότε ο άνθρωπος μόνος του αποφασίζει να αποδεχθεί την πρόκληση (προσβολή) ή να την απορρίψει. Αυτός είναι ο κύριος τρόπος επαφής του πονηρού με τον άνθρωπο. Η συνέχεια πλέον εξαρτάται από τη θέληση του ανθρώπου. Ή να υποκύψει ή να αντισταθεί. ο αμεσότερος τρόπος της δικής μας άμυνας και αντιστάσεως είναι η θεία επίκληση (προσευχή) και η ενθύμηση του σκοπού και προορισμού μας. Το παράδειγμα του Κυρίου μας, όταν ήταν στην έρημο, μας χάραξη τον πρακτικό τρόπο της πάλης με τον εχθρό, καθώς και όσα συντελούν σ’ αυτόν. Ο διάβολος δεν έχει προορατική ικανότητα, ούτε γνωρίζει τί σκέπτεται ο άνθρωπος. Συμπεραίνει από τις κινήσεις των συναισθημάτων και ερεθίζει ανάλογα τα μέλη και τις αισθήσεις με εμπαθή νήματα. Όταν βλέπει να κλίνει η διάθεση μετά την εικόνα είτε του πράγματος είτε του νοήματος, που προσέβαλε τη φαντασία, καταλαβαίνει ότι σ’ αυτό έχει ο άνθρωπος την επιθυμία και την πρόθεσή του και φέρνει τα κατάλληλα αίτια για να υποτάξει το θύμα του. Στη φύση του ο διάβολος είναι όμοιο μ ε τη φύση του νου. Είναι ταχύτατος, ακούραστος, ανύστακτος και αδίστακτος, αμετάβλητος στην πονηρία και κακία. Μεταβάλλεται και μετασχηματίζεται αμέσως σε διάφορα σχήματα και μορφές, αν αυτό βοηθά τον πονηρό του σκοπό. μετακινείται πάντοτε ταχύτατα, σε κάθε χώρο, και μετέρχεται κάθε τρόπο, με κύριος σκοπό της παρεμπόδιση του θείου θελήματος. Τι είναι οι ηδονές; Ποιες είναι αθώες και ποιες ένοχες; Ηδονές είναι όσα «ηδύνουν» και γλυκαίνουν τη ζωή μας και είναι διπλές καθώς και η φύση μας είναι διπλή. Όπως είμαστε σώμα και ψυχή και καθένας έχει τις αισθήσεις και τα μέλη του, έτσι και οι ηδονές ανήκουν και στα δύο μέρη. Είναι οι σωματικές ηδονές, που γίνονται αισθητές μέσω των μελών του σώματος. Είναι και οι πνευματικές, που ανήκουν στον ψυχικό και πνευματικό μας κόσμο. Οι ηδονές προκύπτουν, ως επί το πλείστον, από τη δραστηριότητά μας και παρηγορούν ή απογοητεύουν ανάλογα με την ορθή ή τη λανθασμένη ενέργειά μας. Αν το πρόγραμμα και ο σκοπός των κινήσεών μας είναι «κατά Θεόν» και σύμφωνα με το θέλημά του, τα συναισθήματα και οι ηδονές, που προκύπτουν είναι ευχάριστες και γλυκαίνουν. Αν όμως οι προτιμήσεις και ενέργειές μας είναι παράλογες και εμπαθείς, τότε αισθανόμαστε αποτροπιασμό και απέχθεια. Οι ηδονές όμως, που συναρπάζουν περισσότερο και αποπλανούν, έχουν σχέση με τη βιολογική μας υπόσταση και βρίσκονται στα σωματικά μέλη και αισθητήρια. Την πρώτη θέση έχουν η γεύση, η αφή και η όσφρηση. Τα συναισθήματα της γλυκύτητας, που προκαλούνται όταν έρθουμε σε επαφή με τις ύλες και τα πράγματα, λέγονται ηδονές. Εδώ χρειάζεται η διάκριση του ορθού μέτρου, για να αποφευχθεί η παράχρηση. Απαραίτητο στοιχείο της ζωής είναι η βιολογική μας υπόσταση της οποίας το μεγαλύτερο μέρος βρίσκεται στις τρεις αισθήσεις και σ’ αυτές λειτουργεί η ικανοποίηση και ηδονή. Αν ο άνθρωπος θυμάται τον προορισμό του – και το ότι τρώει για να ζει – τότε ελέγχει τις ηδονές, που προκύπτουν από το νόμο της «χρείας». Αν όμως αλίμονο, ζει για να τρώει και να σπαταλά – πράγμα που επικρατεί στην εποχής μας – τότε τη θέση παίρνει το παράλογο, που ντρέπομαι και να το περιγράψω ακόμη. Υπάρχουν όμως και του ηθικού και αισθησιακού μέρους οι ηδονές με κύριο κεφάλαιο τη γενετήσια ορμή και σχέση. Εδώ προκύπτει ο πραγματικός λαβύρινθος της διαστροφής και εδώ είναι του «βύθιου δράκοντα» τα πολυπληθή τρόπαια! Ο νόμος και ο λόγος αναπαραγωγής – ως βασική αναγκαιότητα στην παρούσα μας εξορία – γίνεται το ισχυρότατο θέλγητρο της προσεγγίσεως των δύο φύλων. Και τότε αρχίζει η βιαιότερη πρόφαση του παράνομου ηδονισμού, που κυριολεκτικά συντρίβει την άπειρη νεολαία. Περιγράψαμε με συντομία τις αφορμές των ηδονών. Απομένει η σύνεση της αρνήσεως τους, για να μη θρηνούμε τα αναρίθμητα ερείπια από την παράλογη παραδοχή και χρήση τους. Αυτά αφορούν τις ηδονές στον αισθητό μας χώρο και κόσμο. Υπάρχουν όμως και οι πνευματικές ηδονές, που πράγματι μας ξεκουράζουν και ενθαρρύνουν. Πνευματικές ηδονές είναι οι ενέργειες και οι καρποί της θείας Χάριτος, που παρηγορούν και ανακουφίζουν τον ψυχικό μας κόσμο, φωτίζουν το νου, ειρηνεύουν την καρδιά, παρηγορούν τις αισθήσεις και αυξάνουν το θάρρος και την ελπίδα στις δυσκολίες της ζωής. Η χαρά, η ειρήνη, η υπομονή, η ανεκτικότητα και όσα είναι γεννήματα της αγάπης και της συμπάθειας, τι άλλο είναι παρά πνευματικές ηδονές; Όλοι οι καρποί και τα προϊόντα της αυτοθυσίας, που η αγάπη επιβάλλει, είναι η γλυκύτερη πνευματική ηδονή που προκαλεί τη μεγαλύτερη ευτυχία στη ζωή μας. Υπάρχουν όμως και οι υπερφυσικές ηδονές που αν και ανήκουν στη μεταφυσική του άλλου κόσμου, μας τις παραχωρεί η θεία ευσπλαχνία απ αυτή τη ζωή, σαν προοίμιο της μακαριότητας που μας αναμένει. Οι ηδονές αυτές, ως υπερφυσικές, δεν ελέγχονται, ούτε προγραμματίζονται από μας στον κόσμο αυτόν, αλλά χαρίζονται από τη θεία παναγάπη σ’όσους αγωνίζονται σωστά για θάρρος και παρηγοριά. Μερικές από αυτές είναι η ειρήνη των λογισμών, η ελευθερία από την πάλη με τα πάθη, η τέλεια νέκρωση όσον αφορά τα πράγματα και τα νοήματα αυτού του κόσμου, αλλά και η επιφοίτηση της Χάριτος σε όσους πέτυχαν την καθαρότητα της καρδιάς. Αυτοί «πάσχουν τα θεία» και εξέρχονται από το χώρο, τον τρόπο και την αίσθηση του κόσμου. Αυτοί είναι εκείνοι στους οποίους μαρτυρεί ο Κύριος μας ότι θα εμφανίσει τον εαυτό του και μαζί με τον Πατέρα του θα «ποιήσουν μονήν». Όσοι θέλουν να απολαύσουν αυτά τα υπερφυσικά δώρα και χαρίσματα, ας φροντίζουν να τηρούν τις εντολές και ο κύριος είναι «πιστός ἐν πᾶσι τοῖς λόγοις αὐτοῦ». Τι είναι το καλό και το κακό και πότε ενεργούν; Το καλό είναι αυτός ο ίδιος ο Θεός, όσα προέρχονται απ’ Αυτόν και όσα τον περιστοιχούν. Το καλό εντοπίζεται και στην ανθρώπινη προσωπικότητα πριν την πτώση και μετά, στην ανάπλαση του αγιασμού. Το καλό ακόμα, είναι η έννοια του ορθού, του λογικού και η σχέση μεταξύ τους. Είναι η ολοκληρωτική απουσία του παραλόγου, του πονηρού και της διαστροφής. Αντίθετα το κακό είναι η διαστροφή και η κατάργηση όσων περιγράψαμε για το καλό. Όσα προέρχονται από αυτό είναι μόρια και μέλη του θανάτου, αυτό το ίδιο το «σώμα του θανάτου», που έχουν πατέρα και προαγωγό τον διάβολο και τα πάμπολλά του όργανα. Και από την μια πλευρά το καλό είναι ύπαρξη και οντότητα, αφού είναι πρόσωπο και προέρχεται από τον ίδιο το Θεό, ενώ από την άλλη το κακό δεν υπάρχει σαν οντότητα και σαν στοιχείο, αλλά δημιουργήθηκε σαν παράσιτο από την έλλειψη του καλού, όπως ακριβώς το σκοτάδι που εμφανίζεται με την απουσία τους φωτός. Το κακό από μόνο του είναι «μή ὂν» και ανύπαρκτο και επομένως δεν πρέπει να απειλεί και να εκφοβίζει. Η δική μας αμέλεια και προδοσία του δίνει ύπαρξη. Μοιάζει με εκείνον που σβήνει το φως και τον καλύπτει το σκοτάδι. Ο Λόγος του Θεού, η Αυτοαλήθεια, λέει αυτή την πραγματικότητα: «Ὁ μή ὤν μετ’ ἐμοῦ κατ’ ἐμοῦ ἐστι ὁ μή συνάγων μετ’ ἐμοῦ σκορπίζει» (Ματθ. 12,30). Αυτό πάλι υπαινίσσεται όταν μας προκαλεί στην διαμονή μαζί του, που είναι το απόλυτο καλό. «Μείνατε ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν ὑμῖν…ὁ μένων ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν αὐτῶ οὗτος φέρει καρπόν πολύν, ὃτι χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ιω. 15,4.5). Πως μπορεί να θεραπευτεί ο ασθενής χαρακτήρας που εύκολα πέφτει στην κατάκριση; Κάθε ανθρώπινος χαρακτήρας θεωρείται ασθενής όταν απουσιάζει από αυτόν η θεία Χάρη, που τελειοποιεί και συνέχει τα πάντα, αφού «τά ἀσθενῆ θεραπεύει καί τά ἐλλείποντα ἀναπληροῖ». Αυτό τονίζει και ο Κύριος μας όταν λέει ότι «χωρίς ἐμού οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Εκτός όμως της παρουσίας της Χάριτος απαραίτητα χρειάζεται και η ανθρώπινη πρόθεση και συνεργασία, σύμφωνα με τους ηθικούς κανόνες της λογικής και τις θείες εντολές, που θα προκαλέσουν τη θεία επέμβαση. Ο άνθρωπος που εύκολα κατηγορεί, το κάνει γιατί συνήθισε λανθασμένα να ερευνά τις ξένες πράξεις και σκέψεις παρά τις δικές του. Λησμόνησε τα λόγια της Γραφής «μή κρίνετε, ἵνα μή κριθῆτε» (Ματθ. 7,1 και το «ἐν ᾧ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε» (Ματ. 7,2). Η τόσο εύκολη συνήθεια της κρίσεως ξένων λόγων και πράξεων είναι ψυχική αρρώστια που προέρχεται από πώρωση της λογικής δυνάμεως του νου που είναι μάλλον γέννημα του εγωισμού. Η εσωστρέφεια, που συνοδεύεται από την αυτομεμψία, κρίνεται απαραίτητα για τη διάγνωση και επίγνωση των δικών μας σφαλμάτων και λαθών. Απαραίτητος κανόνας και δόγμα της ζωής είναι η ευαγγελική νομοθεσία, χωρίς την οποία ο άνθρωπος δεν ορθοποδεί. Ο νόμος του πνεύματος της ζωής που είναι σε θέση να απελευθερώσει από το θάνατο στον οποίο κατρακυλήσαμε, μας χαράζει τους καινούργιους δρόμους της ζωής. Η αγάπη ενώνει τα «διεστῶτα εἰς ἕν», δημιουργεί ένα δεσμό, μια κοινωνία. Μας διδάσκει ότι «ὀφείλομεν τάς ψυχάς ὑπέρ τῶν αδελφῶν ἡμῶν τιθέναι» και «ἀλλήλων τά βάρη βαστάζετε» και «πάντα ἡμών ἐν ἀγάπῃ γινέσθω». Η άγνοια της ευαγγελικής διδασκαλίας επιτρέπει την επίδραση του παραλόγου και απομακρύνει τη θεία Χάρη. Επειδή ο άνθρωπος δεν έχει γνώση του Θεού και άρα δεν έφτασε ακόμη στο φωτισμό, πλανάται στις κρίσεις του. Από εδώ αρχίζει το δικαίωμα του «γιατί;» του «αν» και του «μήπως;» και ξεκινά η κατάκριση, η αντίσταση, η απείθεια, το μίσος και γενικά η κακία. Αναίρεση σε όλα αυτά μπορεί να προσφέρει ο Κύριός μας με το λόγο του: «ἐντολήν καινήν δίδωμι ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» και «ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὃτι ἐμοί μαθηταί ἐστε ἐάν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις». Όποιος φρόντισε να κρατήσει το νόμο της ευαγγελικής αγάπης σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου μας απαλλάσσεται από τη περιεκτική κακία. Τότε ούτε κρίνει ούτε επιβουλεύεται, ούτε κακοποιεί. Χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια απαλλάσσεται από τον παλαιό άνθρωπο και από όλο το νόμο της διαστροφής, αφού όλα τα ρυθμίζει η αγάπη. Πώς βλάπτει ο θυμός και ποια είναι τα αίτια που τον προκαλούν; «Ὀργή δικαιοσύνην Θεού οὐ κατεργάζεται» (Ιακ. 1,20). Έτσι χαρακτηρίζει ο απ. Ιάκωβος την ολεθριότητα του θυμού. Και οι θεόπνευστοι Πατέρες τονίοζυν: «ἀνήρ θυμώδης κἂν νεκρόν ἐγείρει οὐκ ἔστιν εὐπρόσδεκτος». Αν ο δημιουργός, συνοχέας και κύριος του σύμπαντος είναι πράος και ταπεινός, φανταστείτε το αποκορύφωμα της διαστροφής και παραμορφώσεως: το μόριο της κτίσεως – ο άνθρωπος – να είναι σκεύος θυμού! Τι άλλο είναι ο θυμός παρά η θέση του παραλόγου, ο τόπος του ολέθρου, η μερίδα και η φύση του διαβόλου, αυτή η ίδια η απώλεια σε αντίθεση με το Θεό που είναι παναγάπη; Τα αίτια που προκαλούν το πάθος του θυμού είναι ποικίλα, αλλά συγγενικά και αλληλοεξαρτώμενα αφού τα συνδέει η ιδιοτέλεια, το συμφέρον και γενικά η φιλαυτία. Όπου επικρατήσει ο ολέθριος ατομισμός δεν απουσιάζει και η σκιά του, που είναι ο θυμός! Η περιεκτική φιλαυτία διαιρείται σε δύο μέρη, την υλική (σωματική) και την πνευματική (ψυχική). Ως εκ τούτου ερεθίζονται και τα δύο είδη των παθών, τα σωματικά και τα ψυχικά. Γιατί παρουσιάζεται ο θυμός; Επειδή φράζεται ο δρόμος της νομιζόμενης φιλαυτίας. Στους εμπαθείς και αιχμαλώτους στα σωματικά πάθη, που κυριαρχούν οι παράλογες ορέξεις και οι ηδονές, ο θυμός κινείται από το φόβο της στερήσεως της ικανοποιήσεως τους. Το ίδιο γίνεται και στους αιχμαλώτους των ψυχικών παθών, όπως της φιλοδοξίας, τους εγωισμού, της υπερηφανείας, των τιμών, των προβολών, των επαίνων κλπ. Όλα αυτά είναι τα κίνητρα και εργαλεία του θυμού, που μας χωρίζει από την παναγάπη και τη ζωή – το Θεό – και μας ετοιμάζει τόπο στον Άδη και το θάνατο, τον τόπο του σατανά! Τη λύτρωση και ελευθερία μας υποδεικνύει ο Κύριος μας, η ανάσταση και ζωή, διδάσκοντας την αρμόζουσα συμπεριφορά: «Ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν αγάπῃ» (Εφ. 4,2) «ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν, εὒχεσθε ὑπέρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καί διωκόντων» (Ματ. 5,44), «ὅσα ἂν θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἂνθρωποι, οὕτω καί ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς» (Ματ 7,12) και «εὐλογεῖτε καί μή καταρᾶσθε» (Ρωμ. 12,14).  http://clubs.pathfinder.gr/vatopaidi/325718#eksomologisi

Γεώργιος Μοναχός (1920-1972), κείμενο του μακαρίου Γέροντα Ιωσήφ Βατοπαιδινού

Σχολιάστε

Είναι αφάνταστα τολμηρό να πιστέψει κανείς ότι μπορεί να περιγράψει την ζωήν ενός φίλου του Θεού, ενός πνευματικού ανθρώπου που κατά τη Γραφή ” αυτός μεν πάντας κρίνει υπ’ ουδενός δε κρίνεται “. Εμείς οι ταπεινοί άρα δεν περιγράφουμε αλλά ελάχιστα μέρη της ζωής του μεταφέρουμε στους συνανθρώπους μας, αφού συνέπεσε να γνωρίσουμε με την κατά καιρούς συναναστροφή που είχε μαζί μας.

Ο οσιότατος, όπως ανεπιφύλακτα τον χαρακτηρίζω, αδελφός μας Γεώργιος μοναχός, κατά κόσμον ” Μπράνκο “, Σέρβος, την καταγωγή, πλησίασε τον αείμνηστο Γέροντά μας Ιωσήφ τον ησυχαστή, όταν μέναμε στη Νέα Σκήτη, για πνευματική συμβουλή. Αυτή ήταν και η αιτία που τον γνωρίσαμε και παρετάθη η γνωριμία μας έως των δυσμών του βίου του που ηρπάγη κατά τη Γραφή ενωρίτερα “ίνα μη κακία αλλάξει σύνεσιν αυτού ή δόλος βασκανίας απατήσει την ψυχήν αυτού”. Την αιτία της μεταστροφής του στην ευσέβεια γνωρίζουν καλύτερα οι πατριώται του, οι αδελφοί της ιεράς μονής Χιλανδαρίου και γι’ αυτό αφήνουμε αυτούς να περιγράψουν ενώ εμείς θα αναφερθούμε σ’ αυτά που μας διηγήθηκε ο ίδιος.

Πρέπει να σημειωθεί ότι τα ελληνικά του στην αρχή ήσαν λίγα αλλά και ο ίδιος απέφευγε να λέγει περιττά που δεν ήσαν στο δικό του σκοπό για ωφέλεια πνευματική. Φαινόταν πάντως πυρακτωμένος στον θείο ζήλο, ακριβής φύλακας και των λεπτομερέστερων όρων της μοναστικής μας ιδιότητος. Πολλά εμείς δανειζόμεθα από την αρτία του συμπεριφορά και ιδίως την εσωστρέφεια που ιδιαιτέρως τον χαρακτήριζε. Ένα από τα πρώτα του ερωτηματικά απ’ ότι ενθυμούμαι που ερωτούσε τον Γέροντα ήταν το εξής: Γιατί η θεία χάρις που τον επεσκέφθη στην αρχή για να τον ελκύσει στην ευσέβεια μειώθηκε τώρα που βρίσκεται στον τόπο ειδικά της χάριτος, εννοώντας το Άγιον Όρος που βρισκόταν τότε για να συνεχίσει ως μοναχός τη ζωή του; Τότε ο Γέροντας με πολλή υπομονή και βραδύτητα στην έκφραση γιατί δεν γνώριζε τόσο καλά τα ελληνικά, του ερμήνευσε ότι αυτό είναι η φύση των πραγμάτων και ότι έτσι συνηθίζει η χάρη να ενεργεί σε όσους συνήθως καλεί στο πνευματικό στάδιο. Έλεγε ο ευλογημένος Γεώργιος, μήπως χρειάζεται να ξαναγυρίσει στη Γαλλία – γιατί εκεί σπούδαζε όταν τον επεσκέφθη η χάρις του Θεού και του έδειξε τα δικά της μυστήρια – αφού εδώ που ήλθε για περισσότερη αντίληψη μάλλον εμειώθη. “Δεν εμειώθη παιδί μου” του ερμήνευσε ο Γέροντας, “και ούτε ποτέ θα μειωθεί γιατί είναι αμεταμέλητα τα θεία χαρίσματα.

Η αίσθηση της θείας χάρι τος εκρύβη, όχι η θεία της ενέργεια. Με δύο τρόπους συνήθως η χάρη εκδηλώνεται. Ο ένας είναι και λέγεται ενέργεια και ο άλλος ως αντιληπτός το λέγουμε αίσθηση. Ως ενέργεια η χάρη βρίσκεται πάντοτε στους πιστούς και χωρίς την παρουσία της κανείς δεν θα έμενε πιστός. Ως αίσθηση παρουσιάζεται ή μάλλον εξωτερικεύεται όταν θέλει να παρηγορήσει και να πληροφορήσει τον άνθρωπο είτε κουρασμένο είτε αγνοούντα ή κινδυνεύοντα μέσα στον αγωνιστικό του βίο. Σε σένα τότε επειδή αγνοούσες ή και απορούσες τα μυστήρια της πίστεως και γενικά τον πρακτικό τρόπο της πνευματικής ζωής, για να σε πληροφορήσει αλλά και να ελκύσει στο πνευματικό στάδιο η χάρη σου παρουσιάστηκε αισθητά (αίσθηση) σε πληρέστερο σημείο για να μπορέσεις να αρνηθείς την πρώτη σου συνήθεια και ζωή και να εφαρμόσεις σωστά τον όρο της μετανοίας που ήδη άρχισες. Η πρώτη βαθμίδα είναι η αποταγή και η ξενιτεία. Τώρα συνεστάλη, εκρύβη η αισθητή της παρουσία για να αρχίσεις εσύ με πίστη τώρα την υπακοή στο θείο θέλημα και να κερδίσεις μόνος σου σαν αντίκρυσμα της προσπάθειας σου τη χάρη. Αυτός είναι ο λόγος που τώρα δεν φαίνεται τόσο αισθητά όπως στην αρχή που σε κάλεσε”.

Με αυτά τα λόγια έπεισε τον ευλαβέστατο Γεώργιο ο Γέροντας και όχι μόνο δεν ξανασκέφτηκε την επιστροφή του στη Γαλλία αλλά δεν ξαναχωρίσθηκε από το Γέροντα που τον είχε ως πνευματικό του οδηγό. Έμενε μαζί μας λίγο καιρό όσο ήθελε και πάλι έφευγε ιδίως στο Ρω σικό μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονος και συγκεκριμένα όχι μέσα στη Μονή, γιατί απέφευγε τους θορύβους, αλλά στο “Παλιομονάστηρο” ψηλά στο βουνό όπου διορίσθηκε από τη Μονή ως φύλακας. Μαζί με την σιωπή κρατούσε ισχυρά και τη νηστεία ο αείμνηστος, που η τροφή του ήταν μόνο παξιμάδι με τσάι, έκτος που όταν επεσκέπετο άλλους αδελφούς ή μονές τότε έτρωγε στη Τράπεζα με πολλή εγκράτεια. Και στην ακτημοσύνη κρατούσε πολλή αυστηρότητα και σχεδόν δεν είχε άλλο τίποτε περίσσευμα εκτός αυτά που φορούσε και αυτά ήσαν πολύ ευτελή και ταπεινά. Κάποτε κάθησε και στη Μονή Αγίου Παύλου, στο κοινόβιο, αλλά το πνεύμα της ησυχίας πάντοτε τον αιχμαλώτιζε και αναζητούσε μέρη αμέριμνα και ήσυχα για να λέγει αδιάλειπτα την ευχή. Υπέφερε αγόγγυστα δύο πληγές στο σώμα του, που συνεχώς τον μάστιζαν χωρίς να φροντίζει καθόλου για τη θεραπεία τους.

Όταν σπούδαζε στην Ευρώπη και φυσικά εργαζόταν ταυτοχρόνως, του συνέβη δυστύχημα αυτοκινητιστικό και τραυματίσθηκαν τα πόδια του στις κνήμες. Φυσικά τότε θεράπευσε κατά το δυνατό την πληγή αλλά τα μέρη αυτά παρέμειναν ευπαθή, και στην μετέπειτα ζωή του με την ορθοστασία και τις κακοπάθειες άνοιξαν πληγές χωρίς να μεριμνά για κάποια περιποίηση. Μόνο έδενε τα πόδια του με ράκη και κουρέλια που τυχόν εύρισκε, όμως τον πονούσαν πολύ, όπως μας έλεγε, αλλά ήταν καταφανής και εξωτερικά η ταλαιπωρία του. Η δεύτερή του πληγή ήταν οι αμυγδαλές του· τόσο ερεθισμένες που εφαίνετο εξωτερικά το πρήξιμο του λαιμού του και ούτε να μιλήσει εύκολα μπορούσε και υπέμενε και αυτή τη δοκιμασία αγόγγυστα χωρίς να κάνει καμία θεραπεία για ανακούφιση και μόνο τύλιγε το λαιμό του με τα λίγα ράκη που είχε.

Στο Παλιομονάστηρο που έμενε -και στην χειμερινή περίοδο με ψύχος, αρκετούς βαθμούς κάτω του μηδενός-, ούτε θέρμανση είχε παρ’ όλο που υπήρχαν σόμπες και ξύλα όσα ήθελε· αλλ’ ούτε και σκεπάσματα κατάλληλα χρησιμοποιούσε. Η αυστηρή φιλοπονία ήταν ο γενικός κανόνας της ζωής του και ουδέποτε χαλάρωσε αύτη την “ανελέητη” ζωή έως του θανάτου του. Κάποτε έφυγε από το Ρωσικό μοναστήρι και έμεινε κοντά μας στη Νέα Σκήτη, αφού του παραχώρησα εγώ το ησυχαστικό κελλάκι μου, κάτω προς τη θάλασσα, πάνω των εκεί ευρισκομένων σπηλαίων περίπου ένα εξάμηνο. Οι πατέρες του Ρωσικού τον αναζητούσαν γιατί χρειαζόταν στο Παλιομονάστηρο φύλακα, ίσως επειδή είναι και αυτοί λίγοι αριθμητικά στα τόσα τους διακονήματα. Κάποτε που τον επισκέφτηκα εκεί στο μικρό του κελί μου είπε πως επιμένουν οι πατέρες να γυρίσει στο Ρωσικό και επειδή δίσταζε να γυρίσει τον αποκαλούσαν πλανεμένο. Εγώ του είπα: ” δεν πειράζει αδελφέ Γεώργιε ας σε αποκαλούν έτσι, μη λυπάσαι όμως κάνε τους υπακοή και θα κέρδισες μισθό γι’ αυτό”. Τότε με αγκάλιασε ο μακάριος και δάκρυσε από συγκίνηση. Μετά πράγματι ξαναγύρισε πίσω στη Μονή και αγωνιζόταν ανένδοτος στη σκληρή φιλοπονία και αυταπάρνηση με το παξιμάδι μόνο και το τσάι χωρίς άλλη παρηγοριά με το λαιμό του φουσκωμένο από τις πυώδεις αμυγδαλές. Ο ύπνος του ήταν μόνο τρείς ώρες, πλαγιάζοντας στο πλευρό και όλες τις υπόλοιπες στεκόταν όρθιος και αυτό το τηρούσε με πολλή επιμονή γι’ αυτό και τα πόδια του ήταν συνεχώς πληγωμένα και έτρεχαν υγρά.

Άλλον αυστηρό τύπο στη ζωή του είχε ο μακάριος και τούτο. Δεν προσερχόταν ποτέ στη θεία κοινωνία (άχραντα μυστήρια) αν δεν έκαμνε πριν πολλή ετοιμασία και ακρίβεια συνειδήσεως. Όταν θα επέστρεφε όπως είπα στο Παλιομονάστηρο από το καλυβάκι του στη Νέα Σκήτη περάσαμε από τον τάφο του Γέροντός μας Ιωσήφ και τον ασπάσθηκε με πολλή ευλάβεια. ”Αν ζούσε ο Γέροντας μας” λέγει “θα ήμουν πάντοτε κοντά του “. Η επαφή του με τον Γέροντα δεν ήταν μία απλή γνωριμία, αλλά ένας σύνδεσμος, ένας πνευματικός δεσμός συγγενείας και αυτό ξέρουν όσοι κοινώνησαν σαν μαθητές με τους δασκάλους τους ή καλύτερα σαν αληθινοί υποτακτικοί με τους πνευματικούς τους πατέρες. Μερικά σημεία που παρακολουθήσαμε στον ευλογημένο τούτο αδελφό μας έπειθαν περί τούτου. Όταν η υγεία του Γέροντα κλονιζόταν επικίνδυνα ο π. Γεώργιος θα βρισκόταν μαζί μας χωρίς να τον ειδοποιήσουμε ποτέ, ούτε καν γνωρίζαμε σε ποιό μέρος βρισκόταν. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του Γέροντα βρισκόταν κοντά του και όταν εμείς απελύθημεν από τον Γέροντα ο καθένας στα ίδια, αυτός έμεινε δίπλα του και με ένα μεγάλο χαρτόνι έκανε αέρα στον Γέροντα που υπέφερε από δύσπνοια. Και ήταν ο μόνος πού παρακολούθησε τον αποχαιρετισμό και την κοίμηση του Γέροντα. Διακόνησε στην ταφή του Γέροντα με ευλάβεια και στην ανακομιδή του πάλι βρέθηκε πρώτος να διακονήσει χωρίς καν να τον ειδοποιήσουμε γιατί ούτε οι έγγιστά μας σχεδόν το γνώριζαν.

Κράτησε μαζί μας την πνευματική αύτη συγγένεια και αγάπη όπως και εμείς τον αγαπούσαμε ως γνήσιό μας αδελφό. Μόνο ότι εμείς δεν αξιωθήκαμε να βρεθούμε ούτε στο τέλος του ούτε στην ταφή του για τον τελευταίο ασπασμό. Λυπηθήκαμε για το χωρισμό όταν το μάθαμε. Χαρήκαμε όμως αφάνταστα γιατί με πλήρη μαρτυρία αληθινού εργάτου και ζηλωτή Αθωνίτου μοναχού, με τα δείγματα της κατά το δυνατόν ακριβούς πατερικής μας παραδόσεως, ετελειώθη ο μακάριος όντως Γεώργιος, θρίαμβος της Ορθοδόξου μας Εκκλησίας και καύχημα του Αθωνικού μας πολιτεύματος πού αδιάκοπα δίδει τη μαρτυρία της παραδόσεως του. Αλλά και για την πονεμένη και διωγμένη του πατρίδα και τον ευσεβή Σερβικό λαό αποτελεί λαμπρό καύχημα και βεβαία ελπίδα ότι εγγίζει η απολύτρωσή του, χάριτι και ελέει Χριστού του αληθινού ημών Θεού, της Παναχράντου ημών Δεσποίνης και Θεοτόκου Μαρίας και του μεγάλου μας Πατρός Σάββα του αληθινού προστάτου της χώρας αυτής.

Ι. Μ. Βατοπαιδίου, Γέρων Ιωσήφ Μοναχός, Σεπτέμβριος 1988


(Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, «Μοναχός Γεώργιος, Ο ΕΡΗΜΙΤΗΣ ΤΟΥ ΑΘΩ»,ΕΚΔ. Μυγδονία)

 

Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός (Ο ομολογιακός χαρακτήρας του χριστιανισμού)

Σχολιάστε

Μνήμη της Αγίας Μεγαλομάρτυρος και Πανευφήμου Ευφημίας

Η πανσωστική πρόνοια του Κυρίου μας οικονόμησε, πλησίον της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταύρου, να έορτάζωμε την μνήμη της Αγίας Μεγαλομάρτυρος και Πανευφήμου Ευφημίας, η οποία μας μεταφέρει σε μια συνέχεια του νοήματος του Σταύρου.

Αυτή η Μάρτυς, παρθένος κόρη από υψηλοτάτη οίκογένειαν, τελείωσε το μαρτύριο της κάπου μέσα στην περίοδο των τριών πρώτων αιώνων πού οι χριστιανοί ήσαν έκτος νόμου. Το λείψανο της ευρίσκεται στο Βυζάντιο. Της απένειμαν μεγάλες τιμές, διότι πραγματι κά, ως Μεγαλομάρτυς, είναι δόξα και στέφανος της Εκκλησίας μας.

Κατά το 451 συνήλθε στη Χαλκηδόνα η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία κατεδίκασε την αίρεση του μονοφυσιτισμού, πού απέδιδε στον Κύριο μας μία φύση. Όμως την μία φύση είχε προ της σαρκώσεως Του, όντας Θεός Λόγος, καί, καθαυτό, ομοούσιος προς τον Πατέρα. Όταν όμως «ήλθε το πλήρωμα του χρόνου» και επεδήμησε στον κόσμο, φόρεσε και την δική μας φύση. Όντας λοιπόν τέλειος Θεός, έγινε και τέλειος άνθρωπος. Απέκτησε πλέον δύο φύσεις άσύγ-χυτες και ενωμένες. Αυτό ακριβώς έδογμάτισε και η Ορθόδοξος Εκκλησία μας.

Δυστυχώς όμως υπήρξαν άνθρωποι οι όποιοι δεν ήθελαν να καταλάβουν, είτε λόγω της πτώχειας των γνώσεων τους, είτε έθελοκάκως και προκάλεσαν σύγχυση στην Εκκλησία μας, προβάλλοντες ότι ο Χριστός έχει μόνο μία φύση. Και ναί μέν η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος τους κατεδίκασε, αλλά ο σάλος δεν σταμάτησε, διότι οι αιρετικοί είχαν ισχυρά οικονομικά μέσα και πολιτική δύναμη, με τα οποία έσειαν και συνεκλόνιζαν την Εκκλησία. Τότε, για να δοθή ένα τέλος στο όλο πρόβλημα και να πεισθή ο λαός να ειρήνευση, πήραν οι Πατέρες τους δύο τόμους πού ήσαν γραμμένες και των δύο οι απόψεις. Ο μέν ένας της Εκλησίας μας, με τα ορθόδοξα δόγματα, και ο άλλος με τις αιρετικές φλυαρίες. Άπεφάσισαν να τους θέσουν στη λάρνακα όπου εύρίσκετο το λείψανο της Μάρτυρος και μετά να επακολούθηση προσευχή, ώστε να αποδείξη η μάρτυς διά της θαυματουργικής της Χάριτος ποίος έκ των δύο κατέχει την αλήθεια και είναι θεόπνευστος.

Πράγματι, έκλείδωσαν τους δύο τόμους μέσα στη θήκη του ιερού λειψάνου της Άγίας. Την επομένη άνοιξαν την λάρνακα να δούν ποιόν από τους δύο τόμους προτίμησε η Αγία καί, πραγματικά, η χάρις της Μεγαλομάρτυρος απέδειξε τον όμολογιακόν της ζήλο και μετά τον θάνατο της. Τον μέν τόμο των Πατέρων, αυτόν δηλαδή της Ορθοδοξίας, τον πήρε στην αγκαλιά της και τον κρατούσε με τα δύο της χέρια, τον δε άλλον, των αιρετικών, έριξε κάτω από τα πόδια της και απέδειξε έτσι την ακρίβεια της ομολογίας.

Με αφορμή την αφήγηση του βίου της, μεταφερό-μεθα σήμερα στον ομολογιακό χαρακτήρα της χριστια νικής μας ιδιότητος και διαπιστώνομε από την παρά δοση της Εκκλησίας μας, από τα βιώματα των Πατέρων μας και τις ομολογίες των Μαρτύρων μας ότι, γενικά, το θέμα ολόκληρης της χριστιανικής μας ιδιότητος, αλλά καί, ειδικότερα, το θέμα της πίστεως μας είναι καθαρά ομολογιακό.

Ο Κύριος μας -όπως και άλλοτε αναλύσαμε εκτενέστερα- διάκειται προς εμάς ως η απόλυτος πατρική παναγάπη, η οποία πράγματι αγκάλιασε το σύ μπαν και ειδικά τον άνθρωπο τον τραυματισμένο. Ολόκληρος ο κύκλος της παρουσίας του μαζί μας, ήτο μια απόλυτος αγάπη και τίποτε περισσότερο.

Ο Κύριος πλησίασε την πανανθρώπινη δυστυχία σε όλες της τις φάσεις, «κηρύττων, διδάσκων και ίώμενος» τους τραυματισμένους. Άπεδέχετο τους πάντας σε τέτοιο σημείο, ώστε να παρεξηγείται από τους Φαρι-σαίους στο πώς ανέχεται να συναναστρέφεται με πραγματικά σεσημασμένους αμαρτωλούς. Και πάνω στον Σταυρό, με ένα «μνήσθητι», δέχεται έναν ληστή άνθρωπο, ο όποιος μέχρι την στιγμή της εκτελέσεως του ήτο φονεύς και κακοποιός. Και όχι μόνο τον συγχωρεί, αλλά μεθ’ όρκου του λέγει: Άμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ έμού έση έν τω παραδείσω». Έτσι ο παναμαρτωλός άνθρωπος έδικαιώθη διά του αίματος του Κυρίου μας, ο όποιος δεν απαίτησε κάτι, αλλά μας αξίωσε και του «υπέρ έκ περισσού». Μας έδωσε να κληρονομήσωμεν αυτά στα όποια «έπιθυμούσιν άγγελοι παρακύψαι».

Και όμως, βλέπομε ότι ο Κύριος φαίνεται παράδοξα αυστηρός, σκληρός και άτεγκτος, όταν προβάλλεται το θέμα της ομολογίας της πίστεως μας. Και μας ερ μηνεύει ότι αυτός πού θα με όμολογήση, θα τον ομολογήσω έμπροσθεν του Πατρός και όποιος με άρνηθή, θα τον αρνηθώ. Σκληρός ο λόγος, πραγματικά, απέναντι στην παναγάπη του Κυρίου μας και ανθρω πίνως φαίνεται σαν κάτι το δύσκολο.

Στην άρχή της δημιουργίας της Εκκλησίας μας, επί 300 περίπου χρόνια, οι χριστιανοί ήσαν έκτος νόμου, δεν είχαν δικαίωμα ζωής. Κάθε μέρα ποταμοί αιμάτων έχύνοντο και πάνω σ’ αυτά έστηρίχθη η Εκκλησία μας και δεν υπήρξε κανένας δρος οικονομίας. Ήσαν υποχρεωμένοι οι πάντες να ομολογήσουν και όμολο-γούντες έθυσίαζαν αυτήν την ζωή τους για να κρατή σουν την ομολογία και δεν υπήρχε όρος ελιγμού.

Εάν τώρα πάρουν ένα νεαρό παιδί, μια κορασίδα και την στήσουν στο ικρίωμα και της πουν. Άυτήν την ώρα η άρνήσαι τον Χριστό η θα σε ψήσωμε ζωντανή στα κάρβουνα», ανθρωπίνως, δεν είναι τραγικό; Πώς θα ύπομένη αυτή η κορασίδα, η οποία έτυχε και τόσο καλής ανατροφής, να ψηθή ζωντανή και να μην δικαιούται να κάνη έναν ελιγμό; Δηλαδή να πή, έστω με τα χείλη της: «Ναί, αρνούμαι», αλλά με την καρδιά της να μην άρνηθή. Μήπως ο Θεός δεν θα έβλεπε την καρδιά της, αφού Αυτός «ετάζει καρδίας και νεφρούς», και μετά, πού θα έφευγε από εκεί, να έμενε πάλι πιστή; Εύρίσκομε όμως ότι ο Κύριος δεν ανέχεται κανέναν όρο οικονομίας και αυτό αποδεικνύεται από τα βιώματα των Πατέρων, όχι μόνο στο θέμα της πίστεως, στη δογματική έννοια, αλλά ακόμα και σ’ αυτή την απλή παράδοση.

Οι Μακκαβαίοι γιατί έμαρτύρησαν; Απαγορευόταν από τον Μωσαϊκό νόμο να κάνουν χρήση χοιρινού κρέατος. Δεν ήταν δόγμα αυτό· απλώς ηθικολογία. Οι πολλοί έρμηνευταί, καμμιά φορά, αποδίδουν ότι η απα γόρευση αύτού του είδους των φαγητών, δεν είχε άλλο νόημα, εί μη ότι στα μέρη αυτά, τα ξηρά και ζεστά, αυτές οι τροφές είναι βαρείες και ανθυγιεινές. Όταν ο τύραν νος του τόπου επέβαλε να γευθούν χοιρινό κρέας και να λάβουν μεγάλα αξιώματα, όχι μόνο δεν έδέχθησαν, αλλά επλήρωσαν με την ζωή τους την ομολογία τους αυτή· και «έτι λαλείται», όπως λέει ο Παύλος, ο θρίαμβος του μαρτυρίου των και αποτελούν στέφανον δόξης για την Έκκλησία μας.

Αυτός τούτος, «ο μείζων πάντων των γεννητών», ο Πρόδρομος, γιατί έμαρτύρησε; Μήπως ο Ηρώδης τον ανάγκασε να άρνηθή τον Θεό του Ισραήλ και να προσκύνηση τον Βάαλ η κάποια άλλη θεότητα, την οποίαν αυτός προσκυνούσε; Όχι. Άπλούστατα. Σάν Ιδουμαίος δπου ήτο ο Ηρώδης και, συνεπώς, ειδωλο λάτρης, έλαβε ως σύζυγο την νύμφη του. Μα στην θρησκεία αυτού του ανθρώπου, επιτρέπετο και την μητέρα του ακόμα να παντρευτή. Ως ειδωλολάτρης πού ήτο, δεν παρέβη τον νόμο του. Όμως σαν βασιλιάς του Ισραήλ, εθεωρείτο «χριστός Κυρίου» και γι’ αυτό τον ήλεγξε ο Πρόδρομος. Ουκ έξεστί σοι», όντας «χριστός Κυρίου», να λάβης ως γυναίκα την νύμφη σου και να αποτελέσης κακό παράδειγμα μέσα στον λαό του Κυρίου. Και ένεκεν αυτής της ακριβείας έμαρτύρησε «ο μείζων πάντων των γεννητών».

Το θέμα της πίστεως μας είναι καθαρώς ομολογιακό και δεν χωρεί καμμία οικονομία. Μήπως άραγε δεν είναι επίκαιρο σήμερα, όταν βλέπωμε κάθε μέρα ζοφερά σύννεφα στον ορίζοντα; Συνεχώς πιεζόμεθα προς το μέρος τούτο. Τα πάντα γίνονται χλιαρά, όλες οι ηθικές αρχές παραμερίζονται και αυτή ακόμα η ίδια η πίστη μας. Μήπως νομίζετε ότι απέχουμε πολύ από την περίοδο πού θα κληθούμε και μείς στο εδώλιο να όμολογήσωμεν την πίστη και την παράδοση μας; Μην θεωρηθή ότι αυτοί οι σκοποί είναι μακράν από τον στόχο μας και δεν πρέπει να είμεθα έτοιμοι και για αυτούς ακριβώς τους λόγους.

Όπως σας έτόνισα και προηγουμένως, η Άγία Ευφημία απέδειξε, και μετά τον θάνατον της, την ακρίβεια της ομολογίας. Αυτό πολύ μας ενδιαφέρει. Όχι γιατί το έκαμε η Άγία και μας έδημιούργησε μία καινή θεωρία, την οποία αγνοούσαμε, αλλά κάναμε μία διαπίστωση από τις τόσες πολλές πού έχομε, ότι όντως ο χριστιανισμός είναι ομολογιακός και κανένας όρος συμβιβασμού και οικονομίας δεν χωρεί.

Μπορεί να ύπαρξη οικονομία στο ζήτημα της διαβιώσεως και της διαίτης μας. Εάν θέλωμε γινόμαστε αυστηρότεροι και άγωνιστικότεροι, εγκρατέστεροι και περισσότερο συμπαθείς. Γενικά, στους διαφόρους τρό πους των ελευθέρων αρετών, έχει την δυνατότητα ο καθένας μας μέσα στην αγωνιστικότητα του, να προσθέση η να αφαίρεση, να κάνη οικονομία. Στο ζήτημα όμως; της πίστεως, δεν χωρεί συμβιβασμός. Εκεί πού το θείο θέλημα είναι χαραγμένο και αποδεικνύεται ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο εκφράζεται μέσω της Εκκλησίας καί, γενικά, της πατερικής μας παραδόσεως, δεν χωρεί οικονομία. Διότι εκεί πού βλέπετε συμβιβασμούς, πά ντοτε να φοβάσθε, μήπως, χωρίς να το καταλάβωμε, εύρεθώμεν έξω από την Χάριν, χάσωμεν το βάπτισμα, χάσωμε την πίστη μας. Εκεί όπου υψώνεται η αμαρτία, είτε στον ηθικό, είτε στον δογματικό τομέα, για να μας παρακίνηση να κάνωμε κάτι διαφορετικό από αυτό πού θέλει ο Κύριος, προβάλλομεν αμέσως την άρνηση, την αντίσταση και εκεί ακριβώς επιτελείται η ομολογία.

Αυτά ήθελα να σας υπενθυμίσω. Όλοι μας με προθυμία να επικαλεσθούμε την συμπάθεια και την χάριν της έορταζομένης Άγίας Μεγαλομάρτυρος Ευφημίας , ώστε να επίδραση και στην ψυχή μας το πνεύμα της ομολογίας το όποιο επέδειξε η τρυφερά αυτή κόρη, πού δεν ύπελόγισε τίποτε, αλλά προσέφερε την ψυχή της θυσία στον Χριστό, για να κράτηση την ομολογία της. Πίστευε ότι, εάν όμολογήση, θα όμολογηθή και αυτή, όπως και όμολογήθη ενώπιον του ουρανίου Πατρός και της έχαρίσθη η δόξα της υιοθεσίας. Διότι, αν ηρνείτο, θα ξέπεφτε. Μη γένοιτο σε μας να συμβή κάτι τέτοιο, αλλά με ζήλο πραγματικό να συνεχίσωμε την πορεία μας, για να λάβωμε την αμοιβή από τον Κύριο μας, με τις πρεσβείες των Άγίων Του. Αμήν.

Πηγή: Αθωνικά Μηνύματα ( σελ. 169)

Τι είναι η Θεία Πρόνοια-Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού.

Σχολιάστε

Στη θεία πανυπερτελειότητα όλα είναι γνωστά και πριν ακόμα γίνουν, αλλά και μέχρι το ατελεύτητο τέλος τους. Σε μας φαίνονται άγνωστα και τρεπτά και ακατάληπτα, εξαιτίας των ποικίλων μεταβολών, που προκάλεσε η πτώση του ανθρώπου, μαζί με την απρόσεχτη και ένοχη διαγωγή του. Αν και τα πάντα υπάγονται στη θεία πρόνοια και κηδεμονία, μεταβάλλονται ανάλογα με την πε ρί σταση, το χρόνο, τον τόπο, τα πρόσωπα και την πο λύπλευρη σατανική πανουργία. Κανένας παρά γο ντας δεν μπορεί να παρεμποδίσει ή να ακυρώσει την περιεκτική πρόνοια του Θεού για την κτίση του. Μέ τις δικές μας λανθασμένες ενέργειες μεταβάλ λο νται ανάλογα μόνο οι τρόποι της λειτουργίας των στοιχείων.

Τό θείο θέλημα ή η θεία βουλή, αν το αναφέρουμε κλιμακωτά, εμφανίζεται σε τέσσερις μορφές. Πρώτο είναι η θεία ευδοκία, «τό κατ  ευδοκίαν» θέ λημα, αυτό δηλαδή που ο Θεός κατ  εξοχήν θέ λει. Δεύτερο είναι η οικονομία, «τό κατ  οικονομί αν» θέλημα, κατά το οποίο πατρικά υποχωρεί ο Θε ός, για την αδυναμία μας. ∆ρίτο είναι η παραχώρηση, «τό κατά παραχώρησιν» θέλημα, κατά το οποίο επεμβαίνει ο Θεός και παιδεύει και τέταρτο και πολύκλαυστο είναι η εγκατάλειψη, «τό κατ  ε γκα τάλειψιν» θέλημα, όταν ο άνθρωπος ζεί με αμε τά βλητη σκληρότητα και αναισθησία και προκαλεί την εγκατάλειψή του από το Θεό.

Μέσω του θεοπρεπούς θείου θελήματος εφαρμόζεται και επικρατεί η πανσωστική θεία πρόνοια, αν και η δική μας πτώση διέστρεψε τους λίαν καλούς όρους και τρόπους της ισορροπίας. «∆ίς σοφός και φυλάξει ταύτα και συνήσει τα ελέη του Κυρίου;» (Ψαλμ. 106,43).

O Θεός, επειδή προγνώριζε τα πάντα, μπορού σε να εμποδίσει την περιπέτεια, που συνέβη στον άν­θρωπο, αλλά αυτό θα ήταν κατάργηση της προ σω πικής ελευθερίας του.  επειδή ακριβώς τη σεβόταν, άφησε την εκλογή και την προτίμηση στον ί δι ο. είναι, λοιπόν, υπεύθυνος ο άνθρωπος για την πο λυ­κύμαντη και κοπιαστική ζωή, είτε εξαιτίας του σκο τισμού της διάνοιάς του, είτε εξαιτίας της εμπαθούς του διαστροφής και του παραμερισμού της λο γι κής του διακρίσεως.

Σ  αυτήν την πολυστένακτη κατάντια, που έ φθα σε ο άνθρωπος, αφού φυσικά χωρίστηκε από το Θεό, δεν απουσιάζει και η παγκάκιστη επιβουλή και επίδραση του σατανά, ο οποίος έχει εξουσία στην κοιλάδα του κλαυθμώνος αυτής της παροικίας μας, δικαίωμα που του παραχωρήσαμε εμείς όταν αποδράσαμε από τον Παράδεισο και τον ακολουθήσαμε. Σαν «θεός του αιώνος τούτου» (µ΄ Κορ. 4,4), σύμ φωνα με τον Παύλο, ο βύθιος δράκοντας ουδέποτε παύει να επιβουλεύεται και να αποπλανά τον άνθρωπο με ακατονόμαστες προφάσεις. ειδικά στους καιρούς μας, που το κακό παράδειγμα έγινε νό μος και μεταδίδεται ακαριαία με τα μέσα που υ πάρχουν, χρειάζεται περισσότερη προσοχή και προ σευ χή.

Αρα θεία πρόνοια είναι η πανσωστική και συνε κτι κή διοίκηση και κηδεμονία του Θεού προς τα κτί σματά του, αισθητά και νοητά, παρόντα και μέλ λοντα, στο παρόν και την αιωνιότητα.

Μέσα στη θεία πρόνοια εντάσσεται και η εφαρ μο γή της θείας δικαιοσύνης, που επεμβαίνει, όταν το πα­ράλογο κυριαρχεί στην ανθρώπινη ζωή.  ετσι η θεί α δικαιοσύνη, σαν απόλυτη, το ανακόπτει για το γε­νικότερο συμφέρον του ανθρώπινου προορισμού. Κά θε τι που υπάρχει, είναι από την αρχή της δη μι­ουρ γίας του προορισμένο για κάποιο σκοπό. Αυ τό το θείο σχέδιο δεν μπορεί να μεταβληθεί, για τί ο Θεός «τά πάντα εν σοφία εποίησεν».

Αν όμως η ανθρώπινη αφέλεια και η δαιμονική κακουργία προκαλέσουν την παραβίαση του αρχικού σκοπού, τότε η φιλάνθρωπη του Θεού οικονομία, εξαιτίας της μεταμέλειας του ανθρώπου, μεταβάλλεται ανάλογα με το βαθμό της μετάνοιας και της διορθώσεως του σφάλματος και τη θέση της θείας ευδοκίας παίρνει η θεία οικονομία.

O Θεός, «θέλων πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (µ΄ ∆ίτ. 2,4), προορίζει τα πάντα σύμφωνα με το κατ  ευδοκία θέλημά του, που δεν είναι άλλο παρά ο δρόμος της απόλυτης και αλάνθαστης επιτυχίας και μπορεί να μας χαρίσει «υπερεκπερισσού ών αιτούμεθα ή νοούμεν» ( εφ. 3,20). Oταν ο άνθρωπος πλανηθεί ή αμελήσει το καθήκον του, αντί ο Θεός να αλλάξει την απόφασή του, για το έλεος που του χάρισε, και να τον απορρίψει ως φταίχτη, επεμβαίνει με παιδευτικό τρόπο, για να τον οδηγήσει στη διόρθωση· αυτό αποτελεί κατά τους Πατέρες μας τις λεγόμενες «παιδευτικές ή συμβατικές επιφορές». Χωρίς να αλλάζει ο Θεός την πατρική του ιδιότητα, ανέχεται τον παραβάτη, αλλά τον πιέζει σε διόρθωση. ∆ότε εφαρμόζεται το «όν αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δε πάντα υιόν όν παραδέχεται.» (Παρ. 3,12).  H φιλάνθρωπη του Θεού οικονομία ιατρεύει την αρ ρώστια της προδοσίας με αρμόδιους πειρασμούς, α ντί να απορρίψει τον παραβάτη. ∆ά πιο πολλά α πό τα αβυσσαλέα κρίματα του Θεού, μέσω των ο ποί ων διοικείται η παρούσα ζωή ανήκουν, σ  αυτό το είδος των συμβάσεων. «Μακάριος άνθρωπος όν αν παι δεύσης, Κύριε, και εκ του νόμου σου διδάξης αυ τόν» (Ψαλμ. 93,12). Καί πάλι: «πρό του με τα πει νωθήναι εγώ επλημμέλησα» (Ψαλμ. 118,67) και «παιδεύων επαίδευσέ με ο Κύριος και τώ θανά τω ου παρέδωκέ με» (Ψαλμ. 117,18).

H μετά την πτώση ανθρώπινη τρεπτότητα και η διάνοια, που είναι «εγκειμένη επί τα πονηρά εκ νε­ότητος ημών» (Γέν. 8,21), είναι οι κύριες αιτίες της ακαταστασίας, που υπάρχουν στην ανθρώπινη ζωή.  ετσι επειδή δεν πειθόμαστε να παραμένουμε συνεπείς στις υποχρεώσεις μας, παραβιάζουμε τα σχέδια της θείας πρόνοιας και αναγκάζουμε το Θεό να επιφέρει τις συμβατικές επιφορές, που είναι επώδυνες, για να συγκρατήσει την ισορροπία. Αυτό αποτελεί το σταυρό που πρέπει όλοι να βαστάσουμε.

Πηγή: Συζητήσεις στον Άθωνα

-«Τω πνεύματι ζέοντες, τω Κυρίω δουλεύοντες»(Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού)

Σχολιάστε

ΚΑΤΗΧΗΣΗ 4η

Αδελφοί και πατέρες, δεν θα σταματήσουμε με τη Χάρη του Χριστού, να ασχολούμαστε και να υπενθυμίζουμε το σκοπό που επιδιώκουμε. Στη ζωή μας είναι ενωμένα ο Σταυρός και η Χάρη. Τα επίπονα είναι ο Σταυρός και τα χαρμόσυνα είναι η παρουσία της Χάρης του Κυρίου μας, η οποία παρηγορεί την ψυχή μας όσες φορές στηρίζει η θεία Πρόνοια.

Η κολακευτική μορφή της Χάρης του Κυρίου, η οποία μας πληροφορεί ότι αποδέχεται την πρόθεση και την ρποσφορά μας, είναι είδηση, ότι έρχονται θλίψεις και κόποι. Γι αυτό απαιτείται συνεχής ομολογία για το βραβείο, που μας περιμένει. Αφού κατά τη Γραφή «πολλαί αι θλίψεις των δικαίων» ((Ψαλμ. λγ΄, 19) και «δια πολλών θλίψεων δει ημάς εισελθείν εις την ζωήν» (Πραξ. ζ΄, 10), εμείς επιμένουμε στην πρώτη μας υπόσχεση και δεν ανακαλούμε την απόφασή μας, για την αποταγή, η οποία «ουδέν άλλο εστί, ει μη σταυρού και θανάτου επαγγελία». Ατενίζοντας σταθερά στα πρότυπά μας, το βίο του Κυρίου μας και των ηρώων της πίστης μας, μαρτύρων, ομολογητών και οσίων, αντιγράφουμε με πόθο τον αγώνα τους «μηδεμίαν εν μηδενί διδόντες προσκοπήν, ίνα μη μωμηθή η διακονία» (Β Κορ. στ΄,3).

Αν και κατά τη Γραφή η ζωή μας διαιρείται σε σαρκική, ψυχική και πνευματική, εμείς «οι του Χριστού» (Γαλ. ε΄, 24), ως συνετοί, δεν θα κινηθούμε παράλογα, ώστε να υποκύψουμε σε όσα προκαλούν βλάβη. Νεκρώνοντας «τα μέλη ημών τα επί της γης», ταπεινώνουμε και δαμάζουμε τη σάρκα παρέχοντας σ αυτήν τα αναγκαία, όσα διδάσκει και η ιερή κοινοβιακή μας παράδοση. Μετά υποτάσσοντας το θέλημα και την κρίση μας στη μακάρια υποταγή, υπακούουμε στους προϊσταμένους μας. Έτσι καταργούμε τα συναισθήματα του ψυχικού μέρους και παραμένει υγιές το πνευματικό μας μέρος με τις ακατάπαυστες δεήσεις και ικεσίες. Αναμένουμε από τον Κύριό μας τη λυτρωση και σωτηρία. Αυτός θα μας αποκαλέσει «άλας της γης και φως του κόσμου» (Ματ. ε΄, 13 14).

Με θάρρος, αδελφοί και πατέρες, «τοις έμπροσθεν επεκτεινόμενοι ατά σκοπόν διώκομεν επί το βραβείον της άνω κλήσεως» (Φιλ. γ΄, 13), το οποίο ο Κύριός μας μας ετοίμασε, πριν ακόμη μας καλέσει στη θεία του επίγνωση.

Η ζωή μας δίκαια χαρακτηρίζεται απ όλους μας πνευματική. Μας παραδέχονται και μας ονομάζουν πνευματικούς. Αυτό μας αναγκάζει και μας επιβάλλει να αποδεικνύουμε πρακτικά αυτήν την ιδιότητα. Ότι δηλαδή, δεν ζούμε «κατά σάρκα», αλλά «κατά πνεύμα», ελεύθεροι από επιθυμίες, πάθη και ελαττώματα, τα οποία χαρακτηρίζουν την ενοχή και σαρκική ζωή.

Ποτέ θα παλλαγούμε από τα συστήματα και τις συνήθεις του παλαιού ανθρώπου; Πότε θα δεχθούμε φωτισμό στο νου μας και θα έρθουμε σε αίσθηση της φιλίας του Κυρίου, ο οποίος δηλώνει ότι «υμείς φίλοι μου εστε και ουκέτι υμάς λέγω δούλους» (Ιω. ιε΄, 14 15), ακριβώς διότι υποτάξαμε ολοκληρωτικά τους εαυτούς μας στο πανάγιό του θέλημα; Εάν δεν αποδείξουμε, με την αυταπάρνηση και υποταγή, τους εαυτούς μας «πνευματικούς», τότε υποβιβαζόμαστε στη μερίδα των «ψυχικών», τους οποίους αιχμαλωτίζει η αδράνεια, που προέρχεται από την αναισθησία, την οποία προκαλεί σιγά σιγά η αμέλεια. Οι ψυχικοί ούτε θέλουν να κοπιάσουν, ούτενα σκέφτονται, ούτε αποφασίζουν για πνευματικές έννοιες ή αγωγή, αλλά ως παράλυτοι και αναίσθητοι σκορπίζουν άσκοπα το χρόνο τους και βλάπτουν με τη διαγωγή τους και αυτούς που έχουν προθυμία να αγωνιστούν. Δίκαια η Γραφή λέγει «ψυχικός δε άνθρωπος ου δέχεται τα του Πνεύματος του Θεού, μωρία γαρ αυτώ εστι» (Α Κορ. β΄, 14) και δεν γνωρίζει «ότι ο νόμος πνευματικός εστιν» (Ρωμ. ζ΄, 14) και «πνευματικώς ανακρίνεται» (Α Κορ. β΄, 14).

Εμείς όμως, εργάτες τίμιοι και πιστοί διάκονοι της μακάριας υπακοής, ας μη μικροψυχούμε ούτε και σε όσα συμβαίνουν απροσδόκητα στη μαρτυρική μας ζωή. Καθένας από μας, ας μένει εκεί όπου αρχικά κλήθηκε και τοποθετήθηκε από το Γέροντα, στη διακονία του.

Ο φιλόπονος εστιάτορας, ο πιστότατος δοχειάρης και οικονόμος των αντικειμένων και πραγμάτων της μονής, ο νηφάλιος τραπεζοκόμος, ο οποίος προσεκτικά και ακούραστα περιποιείται όχι μόνο την αδελφότητα, αλλά και τους πολυπληθείς ευλαβείς προσκυνητές, όσοι κοπιάζουν στους κήπους και στα χωράφια της μονής, από τα οποία αυτή προμηθεύεται τα περισσότερα είδη των αγαθών και οι υπόλοιποι διακονητές στις ανάγκες της αδελφότητας. Όλοι με ζήλο «ως τω Κυρίω δουλεύοντες και ουκ ανθρώποις», για να πάρει ο καθένας από τον Κύριο το βραβείο της πρόθυμης προσφοράς που μεζήλο και πίστη προσφέρει.

Οι ευλαβέστατοι και νηφάλιοι πρεσβύτεροι και διάκονοι, σαν τα μάτια ολόκληρης της αδελφότητας, δίνουν την καλή μαρτυρία της πίστης και της ιερή μας παράδοσης και στηρίζουν τους προσκυνητές μας, που δοκιμάζονται, και γίνονται συνεχές παράδειγμα ζήλου και υπακοής στη νεαρή μας αδελφότητα.

Όλοι μαζί, ένα σώμα και ένα πνεύμα. Με μια καρδιά και θέληση επισφραγίζοντας την καλή ομολογία, συνεχώς «αφορώντες εις τον της πίστεως αρχηγόν και τελειωτήν Ιησούν» (Εβρ. ιβ΄, 2), ο οποίος με παρρησία καυχήθηκε στον Πατέρα ότι «το έργον ετελείωσα ο δέδωκάς μοι ίνα ποιήσω» (Ιω. ιζ΄, 4).

Και εμείς πρέπει να έχουμε προθυμία και ζήλο. Έτσι ως ομολογητές της πίστης και των παραδόσεων, θα επαινεθούμε από τον Κύριό μας, ως πιστοί οικονόμοι, που τον αναμένουν. Αυτού του είδους η αναμονή είναι το πλήρωμα της ομολογίας μας και δικαιούμαστε να απαιτήσουμε την αμοιβή, που μας υποσχέθηκε, τη Χάρη του Παναγίου Πνεύματος. Η Χάρη αυτή θα μας ελευθερώσει από τα πάθη μας, θα εξαλείψει τις αμαρτίες μας, θα φωτίσει το νου μας και θα μας κάνει «καθαρούς τη καρδία» που είναι και το κέντρο του προορισμού μας.

«Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματ. ε΄, 8). Τούτο είναι κατά τον Παύλο το «βραβείον της άνω κλήσεως» (Φιλ. γ΄, 14) του Θεού και γι αυτό το βραβείο όλοι οι άγιοι αγωνίστηκαν μέχρι θανάτου.

Αναρίθμητοι είναι όσοι άθλησαν, όχι «τω καιρώ εκείνω», αλλά και σήμερα. Είναι αυτοί οι οποίοι δεν υπέκυψαν στη βία των απάνθρωπων καθεστώτων. Θυσιάζονται ομαδικά και μεμονωμένα για να αποδείξουν ότι ο Κύριός μας Χριστός είναι «χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας» (Εβρ. ιγ΄, 8). Είναι ο αγωνοθέτης και βραβευτής των ηρώων της πίστης μας.

Το δικό μας όμως ενδιαφέρον και η προτίμηση είναι το αναίμακτο μαρτύριο των διαμέσου των αιώνων οσιώτατων πατέρων και αθηλτών, που όχι περιστασιακά, αλλά ισόβια πάλεψαν με τις δυνάμεις του σκότους, με τα «πνευματικά της πονηρία» (Εφ. στ΄, 12). Οι αδίστακτοι εχθροί ακούραστα πολεμούσαν την ευαγγελική αλήθεια και με σύμμαχο τη διεφθαρμένη αδαμιαία φύση μας,κατατυράννησαν τους γνήσιους αθλητές του Κυρίου μας. «Ημών γαρ το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει, εξ ου και σωτήρα απεκδεχόμεθα Κύριον Ιησούν Χριστόν, ος μετασχηματίσει το σώμα της ταπεινώσεως ημών εις το γενέσθαι αυτό σύμμορφον τω σώματι της δόξης αυτού» (Φιλ. γ΄, 20 21).

Ποιός είναι ο μετασχηματισμός, αδελφοί μου, παρά η μεταμόρφωσή μας! Το να γίνουμε δηλαδή σύμμορφοι με το πρότυπό μας, το οποίο μας χάρισε με την παρουσία του την υιοθεσία, ώστε να είμαστε κληρονόμοι Θεού και συγκληρονόμοι του Υιού του; Αυτήν όμως την υπεραξία, στην οποία και οι άγγελοι επιθυμούν να παρακύπτουν και να θαυμάζουν, θα την κερδίσουμε με την αγωνιστικότητά μας, όταν θα αποβάλουμε τον παλαιό άνθρωπο και όλο το σύστημα της διαστροφής, το οποίο ως αντιστρατευόμενος νόμος μας αιχμαλωτίζει, εάν μένουμε αμελείς και ράθυμοι στα πνευματικά μας καθήκοντα. «Τω πνεύματι ζέοντες τω Κυρίω δουλεύοντες» (Ρωμ. ιβ΄, 11) και «ανεχόμενοι αλλήλους εν σπλάγχνοις Χριστού». Μακρυά από το θέλημα, τη βάση της αποστασίας και του αναρχισμού. Αποφεύγετε την κατάρα του γογγυσμού και του «γιατί;», που είναι αντίθετη στη συνεκτική πρόνοια και διοίκηση του Κυρίου, εφόσον «αυτώ μέλει περί υμών» (Α Πετ. ε΄, 7) και «αι τρίχες της κεφαλής πάσαι ηριθμημέναι εισί» (Ματ. ι΄, 30). Και παλιν λέγει η Γραφή, «ουχί του ανθρώπου η οδός αυτού» (Ιερ. ι 23).

Τα τέσσερα είδη του θείου θελήματος, είτε κατ ευδοκία εκδηλώνεται, είτε κατ οικονομία, είτε κατά παραχώρηση, είτε κατ εγκατάλειψη είναι το ίδιο θέλημα του Κυρίου. Είναι απαράβατη θεία εντολή και κανένας δεν μένει εκτός της θείας απόφασης.

Το κοινοβιακό σύστημα της ζωής μας, ως κοινωνικό, επιβάλλει την αλληλεγγύη και έτσι «αλλήλων τα βάρη βαστάζοντες αναπληρούμεν τον νόμον του Χριστού» (Γαλ. στ΄, 2). «Βλέπετε ουν πως ακριβώς περιπατείτε, μη ως άσοφοι, αλλ ως σοφοί, εξαγοραζόμενοι τον καιρόν, ότι αι ημέραι πονηραί εισι» (Εφ. ε΄. 15 16).

Εμείς δεν αντιμετωπίζουμε εξωτερικούς κινδύνους, γιατί είμαστε σχεδόν απόκοσμοι. Περισσότερο μας πολεμούν τα πάθη και οι συνήθεις, εάν είμαστε απρόσεκτοι. Μην αμελείτε να εξομολογείσθε τους λογισμούς σας στον Ηγούμενο, για να προλαμβάνετε στη θεραπεία από την προσβολή. Η αποκάλυψη κάθε προσβολής την καταργεί, διότι, ως ταπείνωση, η φανέρωση των σκέψεων και νοημάτων της σατανικής κακότητας, τη διαλύει στην παρουσία του φωτός. Είναι ταυτόχρονα και πρακτική άρνηση της αμαρτίας, στην οποία μας παρακινεί. Τότε η θεία Χάρη δικαιούται να μας απαλάξει από την πρόκληση.

Η παραίτηση της φιλοπονίας, στην οποία στηρίζεται όλη η αγωνιστικότητα, είναι κατά κάποιο τρόπο η προδοσία και ήττα στην πάλη. Τότε επανέρχεται η ηδονή, η αρχή των κακών και του θανάτου.

Φιλοπονία δεν είναι μόνο η σκληρότητα της ζωής σε μονομερείς προσπάθειες, την οποία συναντούμε στους βίους των Πατέρων μας. Η ακριβή τήρηση της συνείδησης στο διακόνημα είναι παρατεταμένη φιλοπονία, όπως και η φροντίδα της φύλαξης των εργαλείων κάθε υπηρεσίας, ώστε να μη χάνονται και καταστρέφονται. Η άσκοπη απώλεια των ποικίλων χρειωδών των καθημερινών μας αναγκών, η μη πρόληψη των παραγόντων που προκαλούν ζημιά ή καταστροφή και γενικά η αδιαφορία είναι προδοσία της απαραίτητης φιλοπονίας. Χωρίς αυτήν καταργείται το νόημα του Σταυρού, το οποίο ο Κύριος τόσο επιτακτικά διατάζει. «Ος ου λαμβάνει τον σταυρόν αυτού και ακολουθεί οπίσω μου, ουκ έστι μου άξιος» (Ματ. ι΄ , 38).

ΚΑΤΗΧΗΣΗ 14η – Οι εντολές των μακαρισμών του Κυρίου

Σχολιάστε


(Βατοπαιδινές Κατηχήσεις-Γέροντος Ιωσήφ του Βατοπαιδινου)

Αδελφοί και πατέρες, σε προηγούμενη κατήχηση αναφερθήκαμε στις σωματικές πράξεις, ως βοηθητικά μέσα της έμπρακτης μετάνοιας. Σήμερα θα αναφερθούμε στις εντολές, που βρίσκονται στους μακαρισμούς του Κυρίου μας και όπως οι θείοι Ευαγγελιστές μας τους περιγράφουν. Θα προσπαθήσουμε με τη βοήθεια της εμπειρίας των Πατέρων μας, να αναλύσουμε τον τρόπο με τον οποίο καταλήγει κάποιος στο έπαθλο τον θείου μακαρισμού, που θα είναι ο σκοπός της πίστης και του αγώνα μας.
Πρώτη εντολή και καθήκον ο θείος φόβος. «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου» (Παρ. α, 7). Ο φόβος του Κυρίου, δεν είναι ο κατά κόσμο πανικός της δειλίας και του τρόμου, αλλά η υποταγή στο θέλημα αυτού που αγαπούμε. Προέρχεται από αγάπη και σεβασμό, όπως συμβαίνει στα παιδιά, που η φροντίδα και η σπουδή τους είναι να μη λύπήσούν το φιλόστοργο πατέρα τους, τον οποίο δεν φοβούνται, αλλά αγαπούν. Αυτό λέγεται «φόβος του Πατρός». Τέτοιο φόβο και μεις χρωστούμε στο Θεό και Πατέρα μας. Με την επήρεια αυτού του φόβου, επειδή δεν θέλουμε να προσκρούσουμε στην αγάπη του, τηρούμε με ακρίβεια τις εντολές του.
Όπως κάθε αρχή γίνεται από το Θεό, έτσι και στους θείους μακαρισμούς. Η προφητική διόπτρα εκφράζει τα ιδιώματα του θείου φόβου ως βάσης κάθε καλής αρχής με τον εξής τρόπο: «Πνεύμα σοφίας και συνέσεως, πνεύμα βουλής και ισχύος, πνεύμα γνώσεως και ευσεβείας, πνεύμα φόβου Θεού» (Ησ. ια, 2, 3).
Αλλά και ο Κύριός μας στον πρώτο του μακαρισμό «μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι», στο θείο φόβο αναφέρεται. Τι είναι η μακάρια ταπείνωση παρά απόλυτος θείος φόβος και ολοκληρωτική υποταγή και εξάρτηση; Οι πρακτικώτεροι τρόποι για την απόκτηση του θείου φόβου, που προέρχεται από την ταπείνωση, είναι η υπόμνηση των πολλών σφαλμάτων και χρεών μας και η υπόμνηση των θείων ευεργεσιών, που ο καθένας αξιώθηκε από το Θεό. «Μη επιλανθάνου πάσας τας ανταποδόσεες αυτού» (Ψαλμ. ρβ, 2).
Η βαρύτητα της ενοχής μας και η αμέτρητη φιλανθρωπία του Θεού σε μας, όταν με ησυχία και προσοχή υπολογίζονται, γεννούν την κατά Θεό λύπη και το πένθος, το άξιο μέσο του δεύτερου μακαρισμού.
Από την εμμονή στο πένθος, γεννιέται το δάκρυ και ο «κλαυθμός». Το βεβαιότερο δείγμα ότι η προσευχή πλησίασε την πόρτα του ελέους και έγινε μάλλον δεκτή, αφού η έννοια του πένθους παρατείνεται. Στην μακάρια αυτή στάση και θέση του πένθους και του κλαυθμού, ποιο από τα πάθη και τις έξεις της διαστροφής του παλαιού ανθρώπου μπορεί να πλησιάσει ή να προκαλέσει; Ποια επιθυμία εμπαθής, ποιος θυμός εκδίκησης, ποια ακηδία ή ραθυμία, ποιος γογγυσμός ή άλλη έννοια του εμπαθούς βίου και των παλιών συνηθειών τολμά να εμφανιστεί στη διάνοια και καρδιά που κλαίει, όταν το βέλος του κλαυθμού και του πόνου βρίσκεται παρόν;
Όχι μόνο τις παράλογες ορμές των παθών και συνηθειών καταργεί το πένθος, αλλά και αυτές ακόμα τις φυσικές ανάγκες της βιολογικής σύστασης αποκοιμίζει, ώστε, κατά τη Γραφή, «επιλανθάνεται του φαγείν τον άρτον αυτού» (Ψαλμ. ρα, 4), ο κατακτητής του δεύτερου μακαρισμού, της μακαριώτατης πραότητας. Σ αυτήν ο «Κύριος διδάξει πραείς όδους αυτού» (Ψαλμ. κδ, 9).
Πόσο είναι απαραίτητη, σε μας τους μοναχούς, η ιερώτατη στολή της πραότητας, για να έχουμε αρμονία στη ζωή μας και ειρηνική διαβίωση! Ζούμε, στη μονή, ένα πλήθος ανθρώπων από διαφορετικά γένη και φυλές, με διαφορετικές γνώμες. Και πρέπει να έχουμε ειρηνική συμβίωση και συμφωνία. Ποιά γνώμη, διάθεση και συμπεριφορά, θα είναι ικανή να προκαλεί αυτήν τη συμφωνία, παρά η μακάρια πραότητα, που είναι ο χαρακτήρας του Κυρίου μας;
Γι αυτό, παρακαλώ, παραμένετε ακούραστα και επίμονα στα στοιχεία που προανάφερα, που προκαλούν την ευλογία με τη Χάρη του Χριστού. Ας μην ξεχνούμε αυτήν τη βάση του δικού μας προορισμού, της θεοειδούς μας φύσης και προσωπικότητας. Μόνο η ειρηνική και πράη θέληση και συμπεριφορά μας καθιστά αντίτυπα του προτύπου μας. «Αυτού γάρ εσμεν ποίημα, κτισθέντες εν Χριστώ Ιησού… και αυτός γάρ εστιν η ειρήνη ημών και άρα ουν ουκέτι εσμέν ξένοι και πάροικοι, αλλά συμπολίται των αγίων και οικείοι του Θεού» (Εφ. β, 10, 14, 19). Δεν θέλουμε και μεις να ακούσουμε από τον Κύριό μας, όπως οι θεοφόροι Πατέρες των οποίων συνεχίζουμε την πορεία, «μακάριοι οι πραείς, ότι υμείς κληρονομήσετε την γην» ; (Πρβλ. Ματ. ε, 5). Τι άλλο είναι η πραότητα, παρά ύλη ταπείνωσης, ομοίωμα θείας στολής και μορφής;
Και στην καθημερινή μας ζωή, που συνεχώς δεχόμαστε νέους μοναχούς, ευέλπιδες της ουράνιας στρατιάς και άρα αδαείς και άπειρους της εν Χριστώ ζωής, ποια άλλη δική μας συμπεριφορά θα είναι ικανή να τους βαστάσει και να τους παιδαγωγήσει, για να αποκτήσουν τις αρετές, από την πραότητα και υπομονή; Το σημερινό κοινωνικό βίωμα, που με πόνο αντιμετωπίζουμε, δεν είναι η πραγματική παραμόρφωση και ολική συντριβή της προσωπικότητας; Που θα εφαρμοστεί η καθολική εντολή του Κυρίου μας, το «αγαπάτε αλλήλους» (Ιω. ιγ, 34) και «μηδείς το εαυτού ζητείτω αλλά το του ετέρου» (Α Κορ. ι, 24), όταν ο βύθιος δράκοντας διέστρεψε τα πάντα και στο δικό του ευαγγέλιο ανερυθρίαστα κηρύττει «ο θάνατός σας ζωή μου» και τα υπόλοιπα της «ολικής διαστροφής»;
«Στώμεν καλώς», αδελφοί, κρατώντας απαραχάρακτα το δικό μας πρόγραμμα, «ίνα τοις έμπροσθεν επεκτεινόμενοι» (Φιλ. γ, 13) αποταχθούμε, «ανεχόμενοι εν σπλάγχνοις Χριστού» (Φιλ. α, 8) τις άδυναμίες των μορφούμένων «εν Χριστώ», «αλλήλων τα βάρη βαστάζοντες» (Α Κορ. ι, 24). Λένε οι Πατέρες μας, πράγμα άλλωστε και σε μας γνωστό, ότι «ο βαστάσας ρήμα ασυνέτου ή προπετούς εις ώραν παραφοράς, επλήρωσε πάσαν την Γραφήν» και απέδειξε σύντομα τη φύση και το χαρακτήρα του τέλειου «εν Χριστώ» αναγεννημένου ανθρώπου, που δικαιούται να αισθάνεται υιός Θεού.
Όταν η Γραφή αναφέρει ότι ο Κύριος «διδάξει πραείς οδούς αυτού» (Ψαλμ. κδ, 9), δεν σημαίνει αυτό ότι από μέρους και «εν καιρώ» θα δεχθονν θεία πληροφορία, αλλά θείο και μόνιμο φωτισμό, που αποκτά ο νους του πράου και ταπεινού, τη Χάρη και αξία της πρώτης θεοείδειας. Έτσι γνωρίζει το βάθος και πλάτος και ύψος των αβυσσαλέων κριμάτων του Θεού και ουδέποτε φοβάται ή απορεί, ή διερωτάται «πως» και «γιατί». Τα πάντα διευθύνονται και λειτουργούν στο λαβύρινθο της φαινομενικής σύγχυσης και παρόλο που στα δικά μας μάτια φαίνονται παράξενα και ασυμβίβαστα, δεν είναι τίποτε λανθασμένο ή άδικο ή παραθεωρημένο. Η θεοπρεπής και απόλυτη θεία δικαιοσύνη αποδίδει στον καθένα και στον κατάλληλο χρόνο, αυτό που του ανήκει και που προκάλεσε με την πρόθεση και διαγωγή του και σε ποσότητα και σε ποιότητα. Όταν, με τη Χάρη, ο νους δεχτεί αυτόν το φωτισμό, τότε βασιλεύει η ειρήνη. Μοιάζει σαν να κάθεται σε ψηλό θεωρείο και να θαυμάζει την ακριβή και θεοπρεπή διοίκηση του δημιουργού, που ρυθμίζει τα πάντα κατά τη θεοπρεπή του δικαιοσύνη, οδηγώντας τα στο σκοπό της αρχικής δημιουργίας τους.
Η δύναμη που κάνει τον πιστό να παραμένει αμετάβλητος στις φαινομενικές ανωμαλίες και μετατροπές, είναι η βέβαιη πίστη, η πίστη της θεωρίας κατά την πατερική ορολογία, που τον εισάγει στους κόλπους της αλάνθαστης κηδεμονίας του Θεού και Πατέρα του. Ουδέποτε βλέπει η κρίνει αυτά που συμβαίνουν, όπως εκτυλίσσονται, αλλά διακρίνει την πανσθενουργό και αλάνθαστη πρόνοια του δημιουργού τους.
Απ εδώ αρχίζει η τέταρτη εντολή, που περιέχει ο μακαρισμός «μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην» (Ματ. ε, 4), δηλαδή το πλήρωμα της γεμάτης αρετές ζωής. Ο άνθρωπος διψά και πεινά κάθε δικαιοσύνη, δηλαδή κάθε σωματική και ψυχική αρετή. Αν και τις γεύεται και κατατρυφά σ αυτές, ο ερεθισμός της χάρης προκαλεί στους αγωνιστές της αυταπάρνησης και αυτοθυσίας, περισσότερη πείνα και δίψα. Όσο αισθάνεται την αποκάλυψη μερικών κρυμμένων μυστηρίων του Θεού, τόσο φλέγεται σε μεγαλύτερη δίψα. Και παρόλο που η θεία Χάρη με πολλούς τρόπους τον παρηγορεί, δεν καταπαύει η δίψα του λόγω της ακαταληψίας του Θεού.
Στο πλήρωμα αυτού του θείου φωτισμού, αν και ανθρωπίνως αυτά είναι ακατάληπτα και άρα ανερμήνευτα, φτάνει ο άνθρωπος στην πέμπτη εντολή, στο «μακάριοι οι ελεήμονες» (Ματ. ε, 7), που είναι το πλησιέστερο ιδίωμα του Θεού. Καμμιά άλλη αρετή δεν πλησιάζει και δεν περιγράφει τον απερίγραπτο, δεν ορίζει τον αόριστο, δεν εκφράζει τον ανέκφραστο, όσο η ελεημοσύνη. Τόση είναι η ύπαρξη και πραγματικότητα της ελεημοσύνης μέσα στο θείο είναι, που κατά τη Γραφή υπερνικά τη θεία δικαιοσύνη, «επεί κατακαυχάται έλεος κρίσεως». Ποια άλλη ίδιότητα της θείας παντοκρατορίας τον αναγκάζει να προνοεί για τα δημιουργήματα παρά η ελεημοσύνη του; Αν και η παρακοή, η απείθεια και η αποστασία των γύρω μας κτισμάτων παρατείνει την αυθάδεια, δεν ηττάται η ελεημοσύνη και συμπάθεια του πανάγαθου Θεου. Και αυτός είναι ο λόγος που υπάρχουμε και ελπίζουμε σε ανάσταση και σωτηρία, αφού, με την κένωσή του, μας παρέδωσε τη χάρη και εξουσία της ανάπλασής μας. Σ αυτήν την αρετή, ο Κύριός μας, επιμένει να τον μιμηθούμε. Και είναι δίκαιο τα παιδιά να φέρουν το χαρακτήρα του πατέρα τους. « Γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ υμών οικτίρμων εστί» (Λουκ. στ, 36). Τι άλλο σημαίνει το ότι «οφείλομεν υπέρ των αδελφών τας ψυχάς τιθέναι» (Α Ιω. γ, 16); Ασφαλώς αυτό είναι προϊόν της αγάπης. Και η αγάπη τι άλλο είναι και με ποιο τρόπο εφαρμόζεται, παρά μόνο με την ελεημοσύνη; Όταν ο άνθρωπος αξιωθεί, από τη Χάρη, αυτήν την αρετή και εργασία, δικαιωματικά κληρονομεί το μισθό με το «εν ω μέτρω μετρείτε μετρηθήσεται υμίν» (Ματ. ζ, 2).
Οι σύντομες αυτές περιγραφές μας πείθουν για τα αποτελέσματα και τους καρπούς των κόπων και προσπαθειών, όσων αγωνίζονται να τηρούν τις εντολές, που ο πνευματικός νόμος επιβάλλει σ όσους θέλουν να σωθούν. Αρχίζοντας από τις σωματικές εργασίες της απάρνησης των δικών μας εμπαθών ορέξεων και παθών, προχωρούμε στην άρνηση των εμπαθών νοημάτων. Μεταλλάσσουμε, με κόπο και με τον κατάλληλο τρόπο, το πονηρό στο αγαθό, το κακό στο καλό, το παράλογο στο λογικό και σωστό, σύμφωνα με το θείο θέλημα και με τη θεία εντολή.
Σημειώσαμε με συντομία τα ιδιώματα της λεγόμενης πρακτικής, κατά τους Πατέρες μας, και φθάσαμε στην πέμπτη βαθμίδα. Η θεία αυτή σκάλα, οδηγεί ψηλότερα στις διαβαθμίσεις της θεωρίας, που ανήκουν στους συνετούς εργάτες που τήρησαν την πρακτική. Το επόμενο σκαλοπάτι είναι το «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματ. ε, 8). Εδώ δεν χρειάζονται σχόλια ή ερμηνείες. Αμέσως πληροφούμαστε το αποτέλεσμα, που είναι όχι μόνο ο πόθος όλων των λογικών όντων, αλλά και ο σκοπός και το νόημά της κτιστής φυσης, που αν και εκτροχιάστηκε, για την ανθρώπινη παράβαση, την επανέφερε η θεία παναγάπη στην ισορροπία. Αρκεί να αποδείξει έμπρακτα ο άνθρωπος την υγιή και σωστή ομολογία έναντι της πρώτης προδοσίας και άρνησης.

Older Entries