Άγιος Γεράσιμος ο Παλλαδάς (1633-1714) – Βατοπαιδινός

Σχολιάστε

Γεννήθηκε στο χωριό Σκιλλούς της Πεδιάδος Κρήτης από ευγενείς και ευσεβείς γονείς. Ο πατέρας του Θεό­δωρος υπήρξε πρωτοπαπάς και ιεροκήρυκας στον Χάν­δακα και είναι γνωστή μία ομιλία του πού εξεφώνησε στη μνήμη των αγίων δέκα μαρτύρων των εν Κρήτη το 1633. Διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα από τον πατέρα του. Κατόπιν μετέβη για σπουδές στην Κέρκυρα και την Βενετία. Γνώριζε ελληνικά, λατινικά και εβραϊκά· «φιλότιμος γαρ ων και δεξιάς φύσεως δια το μνημονικόν, εν λόγοις μέγας εγένετο τη μαθήσει πάντας τους κατ’ εκείνου καιρού υπερβαίνων».

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα δεν κατάφερε να μεταβεί στην Κρήτη λόγω της αλώσεως της από τους Τούρκους. Έτσι δίδασκε και κήρυττε στην Πελοπόννησο, τα Ιωάννινα, την Άρτα και την Παραμυθία. Άγνωστο πότε, εξελέγη μητροπολίτης Καστορίας, στην οποία χρημάτισε διδάσκαλος, παρέχοντας δείγματα της σοφίας και της αγιότητός του. Τον Μάϊο του 1686 του δόθηκε επιτροπικώς η μητρόπολη Αδριανουπόλεως. Ο Καισάριος Δαπόντες γράφει ότι ο Μαυροκορδάτος «έκαμεν Αδριανουπόλεως τον από Καστορίας σοφώτατον Γεράσιμον».

Στις 25 Ιουλίου 1688 εξελέγη πατριάρχης Αλεξανδρείας. Κύ­ριο μέλημά του ήταν η διάδοση του θείου λόγου. Σώζονται πολλές χειρόγραφες ομιλίες του. Λόγω μεγάλων χρεών του πατριαρχείου αναγκάσθηκε να περιέλθει τις ρου­μανικές χώρες και τη Ρωσία διενεργώντας εράνους. Οι άρχοντες τον δέχονταν με τιμές και του προσέφεραν πλούσια δώρα, εξασφαλίζοντας τα εκεί μετόχια του πατριαρχείου. Εργάσθηκε για την επίλυση του χρονίζοντος σιναϊτικού προβλήματος και συνέταξε κανονισμό για το πτωχοκομείο της μονής Αγίου Γεωργίου Καΐρου. Ανέπτυξε πλούσια αλληλογραφία με προσωπικότητες της εποχής του, όπως τον Μέγα Πέτρο της Ρωσίας, τον πάπα Ρώμης Κλήμεντα ΙΑ΄, την Εκκλησία της Κύπρου και της Κρήτης.

Στις 20 Ιανουαρίου 1710, μετά 22 ετών γόνιμη πατριαρχεία, παραιτείται λόγω ασθενείας, γήρατος και χάριν της ησυχίας: «Γήρατι όμως ήδη κατακαμφθείσα -η μετριότητα του, όπως γράφει στην παραίτηση του ο Ιδιος- και πάθεσι νοεροίς περιπεσούσα, την του σώματος δύναμιν εγνώρισεν ατονήσασαν και εις μνήμην έχουσα το τέλος της ζωής και το του θανάτου άφευκτον και άδηλον και άωρον, τοις πάσι χάριν κέκρικεν ειπείν, και μόνην της ησυχίας ασπάσασθαι, ως φίλην θεώ και την της ψυχής προξενούσαν σωτηρίαν… Τούτων δε πάντων λύπη συσχεθέντων εν δάκρυσι θερμοίς και πνεύματι συντετριμμένω ουκ εδέξαντο την αγγελίαν, αλλ’ ηξίουν ημάς μεταβαλείν τον σκοπόν και την αιτίαν του τοιούτου απροσδοκήτου αυτών απορφανισμού επυνθάνοντο μήποτε δια λύπην η παραπικρασμόν η ενόχλησίν τινος των πατέρων η των χριστιανών, προετράπημεν εις τούτο, ημείς δε παντοίοις τρόποις και λόγοις βεβαιώσεως επιστώσαμεν τους πάντας, ότι δια μόνην την ησυχίαν και την της ψυχής ημών σωτηρίαν τούτο γίνεται μόλις ουν κατένευσαν τω ημετέρω σκοπώ, ω εν ονόματι του μεγάλου θεού».

Ο πατριάρχης Γεράσιμος παρέμεινε στο Ταμιάθιο ως τον Μάϊο του 1712. Κατόπιν μετέβη για εφησυχασμό, μελέτη και προσευχή στην ιερά μονή Βατοπαιδίου, όπου και ανεπαύθη οσιακώς τον Ιανουάριο του 1714. Στον τάφο του υπήρχε η επιγραφή: «Εκοιμήθη ο δούλος του θεού και μακαριώτατος Πατριάρχης Αλεξανδρείας κυρ Γεράσιμος εν έτει αψιδ’΄μηνι Ιανουαρίω ιε’΄ Ινδικτιώνος». Η κάρα του φυλάγεται σε ασημένια λειψανοθήκη στο άγιο βήμα του Καθολικού της μονής.

Οσοι αναφέρονται σε αυτόν τον εγκωμιάζουν για τη λογιότητα και την αγιότητά του: Ο μοναχός Καισάριος Δαπόντες ο Ξηροποταμηνός γράφει: «Ανήρ σοφώτατος και αγιώτατος, θεολόγος, φιλόσοφος, ανιχνευτής του βάθους των θείων Γραφών, δαημονέστατος της ελληνικής, εβραϊκής και λατινικής γλώσσης εχρημάτισε…». Ο έξ Απορρήτων Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος έγραφε προς τον ϊδιο: «Τον δε λειμώνα των αρετών και των χαρίτων, ώσπερ αυτώ τέθηλε και επανθεί και κοσμεί ποικίλοις καρποίς, και την αθάνατον υμίν ευωδίαν αποπνέει.. διοφρήδην έπεισιν εκείνο γε΄ ότι το της οικουμένης κριτήριον, την θεοφρούρητον ρήσιν καθέδραν των Αλεξανδρέων, εν καιροίς ιδίοις, αξιολογωτάτην ανδρών ουδέποτε κατέλιπιν έρημον η θεία πρόνοια..». Αξιοσημείωτοι είναι και οι λόγοι του Γερασίμου Μαζαράκη: «Ο Γεράσιμος πρέπει να συναριθμηθή μεταξύ των μεγάλων της Ανατολής Πατριαρχών και προμάχων της Ορθοδοξίας, ως δια του λόγου, της γραφίδος και του παραδείγματος καταπολεμήσας επιτυχώς τας προσπαθείας της Δύσεως. Μη δε τις νομίση ότι ο κίνδυνος, ον διέτρεχεν η Ανατολή, ήτο τότε μικρότερος του επί Κυρίλλου. Η Εκκλησία της Ρώμης διδαχθείσα εκ των πραγμάτων ότι ουδέν ηδύνατο να κατορθώση δια της βίας, μετεχειρίζετο νυν πολιτικήν διαλλαγής και δια ιεραποστόλων, συστάσεως σχολείων εν Ανατολή και εκδόσεως συγγραμμάτων, εξηκολούθει να επιδιώκη την πραγματοποίησιν των προαιωνίων πόθων της. Μεγάλως τότε κατερραδιουργούντο ο ημέτεροι, ιδία δε εν Παλαιστίνη και Συρία… Τας ενεργείας ταύτας επολέμησεν ο Γεράσιμος δια τε της προς τους εν Τριπόλει της Συρίας επιστολής του και του μεγάλου σεβασμού, ου παρά τοις εν Συρία και Παλαιστίνη απήλαυε».

Έργα του αγίου Γερασίμου σώζονται: θεολογικά, υμνογραφικά, φιλοσοφικά και φιλολογικά. Βιογράφος του είναι ο συνώνυμος και ένας των διαδόχων του Γεράσιμος Γ΄ ο Γηράρης (1783-1788), ο όποιος στις 20 Μαΐου 1785 γράφει: «Βίος του εν Αγίοις Πατρός ημών Γερασίμου Πατριάρχου Αλεξανδρείας του Κρητός και Παλλαδά καλουμένου Μητροπολίτου πρότερον Καστορίας». Μεταξύ άλλων αναφέρει: «Απήλθεν εις τας αιωνίους και μακαρίους των δικαίων σκηνάς, ίνα κατατρυφά της θείας ελλάμψεως, ελλαμφθείς πρότερον εντεύθεν, ως έμαθε παρ’ αυτού του αγίου Πνεύματος, ως και ημάς εδίδαξεν. Αλλ’ ω πάτερ άγιε και σεβάσμιε, ο ελλαμπόμενος και δεχόμενος τας θείας ελλάμψεις εντελώς, δος και ημίν άπασι τοις αγαπώσι τα σα ένθεα προτερήματα, όπως διά σου χειραγωγούμενοι, φωτισθώμεν και ημείς μη ετέρως σε βλέπειν, μηδ΄εις δεξιά η αριστερά παρεκκλίνειν…».

Ακολουθία συνέθεσε ο νυν μητροπολίτης Ρόδου Κύ­ριλλος Κογεράκης. Η επίσημη αναγνώριση του έγινε από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας στις 17 Σεπτεμβρίου 2002. Η μνήμη του τιμάται στις 15 Ιανουαρίου.

Πηγή: Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, Βατοπαιδινό Συναξάρι

Έκδοσις: Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος, 2007

vatopaidi.wordpress.com

Advertisements

Με κατάνυξη εορτάστηκαν οι Κτήτορες της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου – (Φώτο)

Σχολιάστε

Με ιδιαιτέρα κατάνυξη και μεγαλοπρέπεια τελέστηκε η πανήγυρις των Κτητόρων της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου, αγίων Νικολάου, Αθανασίου και Αντωνίου.

Της πανηγύρεως προεξήρχε ο Σεβασμιώματος Μητροπολίτης Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου κ. Δαμασκηνός.

Ο Σεβασμιώτατος προσήλθε στην Μονή Βατοπεδίου συνοδευόμενος από τον Αρχιδιάκονο της Μητροπόλεως π. Δαμασκηνό και τους διακόνους π. Κύριλλο και π. Ιάκωβο.

Προσκεκλημένος επίσης ήταν ο Ηγούμενος της Μονής Ζωγράφου Αρχιμανδρίτης Αμβρόσιος.

Το δεξιό ψαλτήρι κόσμησε ο Γέροντας Στέφανος της Αδελφότητος Δανιηλαίων και το αριστερό ο Πρωτοψάλτης εξ Αγρινίου κ. Κώστας Λανάρας.

Ο Σεβασμιώτατος ανέφερε την παλαιά και στενή σχέση της Μονής Βατοπεδίου με την Θράκη, καθώς πολλοί μοναχοί της Μονής προέρχονταν από την Θράκη, ακόμη και σήμερα, αλλά και πολλοί αρχιερείς της Θράκης προέρχονταν από την Μονή Βατοπεδίου.

Επίσης τόνισε και το γεγονός της καταγωγής των τριών Κτητόρων της Μονής από την Αδριανούπολη.

Στην αγρυπνία προσήλθαν μοναχοί από διάφορα κελλιά, την έρημο του Αγίου Όρους, τις Καρυές αλλά και πολλοί λαϊκοί αδελφοί εκ του κόσμου για να συμπροσευχηθούν και να τιμήσουν τους αγίους Κτήτορες.

πηγή: romfea.gr

 

 

Ο Όσιος Ιερόθεος της Βατοπαιδινής Σκήτης του Αγίου Δημητρίου (1762-1814)

Σχολιάστε

 

Βατοπαιδινή  Σκήτη του Αγίου Δημητρίου.

 

1. Συνοπτικό βιογραφικό σχεδίασμα

Ο μακάριος γέρων Ιερόθεος «ήτον γέννημα και βλαστός της περίφημου Πελοποννήσου, ήτοι του Μωρέως, από την επαρχίαν του αγίου Κορίνθου, από ένα χωρίον καλούμενον Συλίβενα (του ποταμού όπου συνορεύει με την επαρχίαν του αγίου Κυρνίτης)».
Γεννήθηκε κατά το έτος 1762, από τον Γεώργιο και την Μαλάμω, γονείς «θεοσεβείς, φιλαδέλφους, φιλογείτονες, φιλόπτωχους και ελεήμονες», ως δευτερότοκος υιός τους, και «αναγεννηθείς δια, του αγίου Βαπτίσματος, ωνομάσθη Ιωάννης». Ο βιογράφος του δεν μας παρέχει, δυστυχώς, περισσότερες πληροφορίες για την παιδική του ηλικία μνημονεύει, πάντως, πως «ήτον προς τους γονείς του κατά πάντα υπήκοος, εις όσα, δηλαδή, πρέπει να υποτάσσωνται τα τέκνα εις τους γονείς αυτών», καθώς και ότι βασική του απασχόληση ήταν η διαποίμανση του κοπαδιού που διατηρούσαν οι κτηνοτρόφοι –προφανώς- και γεωργοί γονείς του.
Σε ηλικία εννέα μόλις ετών, κατά το έτος 1771, «απαρνείται τον κόσμον και τα εν κόσμω, γονείς, συγγενείς, φίλους, συνομηλίκους και πάσαν περιουσίαν και όλα τα χαρμόσυνα και ηδέα λεγόμενα του παρόντος και ματαίου αιώνος». Η μητέρα του Μαλάμω τον πηγαίνει στο μοναστήρι τοϋ αγίου Γεωργίου του Φονέως, όπου τον εμπιστεύεται στον θείό του και ηγούμενο της Μονής Μακάριο. Αφορμή γι΄ αυτήν την «παιδιόθεν» αφιέρωση και προσαγωγή του μικρού Ιωάννου στην αγγελική πολιτεία υπήρξε ένα θαυμαστό περιστατικό που συνέβη κατά την περίοδο που αυτός έβοσκε το ποίμνιο των γονέων του. Συγκεκριμένα, η «θαυματουργικώ τω τρόπω» διάσωση του από πτώση που επέφερε βέβαιο θάνατο στον γκρεμνό Άββορο, συνεκλόνισε βαθύτατα την ψυχή της λίαν ευσεβούς εκείνης μητρός, η οποία υπεσχέθη τότε προς την Θεοτόκο και τον άγιο Γεώργιο: «Παναγία μου Θεοτόκε, βοήθησον και, άγιε μεγαλομάρτυς Γεώργιε, πρόφθασον και γλύτωσε το παιδίον μου να μην άποθάνη και να το φερω εις το μοναστήριον σου να γένη καλόγηρος»· καθώς επίσης και: «Παναγία μου, βοήθησον […] άγιέ μου Γεώργιε, βοήθησον και ιάτρευσον το παιδίον μου και να τελειώσω εκείνο όπου σου έταξα».
Τούτο, λοιπόν, το ευλαβικό «τάμα» της «φιλοθέου άμα δε και φιλοτέκνου» αυτής μητρός, η κλίση του νεαρού Ιωάννου προς το «μοναδικό επάγγελμα» και κυρίως η κλήση που «παρά Θεού» είχε λάβει, τον οδήγησαν από την παιδική του ηλικία στο μοναστήρι για να ακολουθήσει την παράδοση της οικογενείας του, καθ΄ ότι ο πάππος του ήταν ιερεύς, αλλά και δύο ακόμη θείοί του ιερομόναχοι.
Στο μοναστήρι εκείνο και κοντά στον θείό του Μακάριο, ο Ιωάννης εδιδάχθη τα γράμματα μέσα από τις Ακολουθίες της Εκκλησίας, μια και λόγω του νεαρού της ηλικίας του, αφ΄ενός, και των επιδρομών των Αρβανιτών, αφ΄ ετέρου, είχε κάμει μόνο λίγες ημέρες στο σχολείο. Η πολιτεία του ήταν υποδειγματική. Ο ηγούμενος θείός του, μαζί με την «κατά κόσμον» μόρφωση -πού γρήγορα αφομοίωσε, καθ΄ότι «ήτον φυσικά πολλά ευφυής και οξύνους»- του έδίδαξε και την «ευταξίαν του μοναδικού επαγγέλματος»· και «προβαίνοντας εις την ηλικίαν, πρόθυμος εφαίνετον εις τα πάντα και επαινετός». Σε μικρή σχετικά ηλικία εχειροθετήθη αναγνώστης από τον άλλο θείό του, τον Μητροπολίτη Λακεδαιμόνιας Πανάρετο, και αργότερα εκάρη δόκιμος μοναχός μετονομασθείς Ιωσήφ. Ανέλαβε επιπλέον τις διακονίες του εκκλησιάρχη και διαβαστή, στις οποίες αγωνιζόταν και «υπηρετούσεν […] με πολλήν επιμέλειαν και προθυμίαν, έως όπου έζη ο θείος του».
Η καθημερινή του απασχόληση στην εκκλησία, η αναστροφή του με τους πατέρες της Μονής και η μελέτη των άθλων και μαρτυρίων των αγίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, προκαλούν στον Ιωσήφ θαυμασμό και κατάνυξη, συνάμα δε και φλογερό πόθο για «να άκολουθήση την ζωήν και πολιτείαν τους». Ο πόθος αυτός ανάπτει περισσότερο και κατακαίει την καρδιά του όταν πληροφορείται με λεπτομέρειες τη ζωή των Αγιορειτών μοναχών από κάποιον ιερομόναχο της Μονής Ξενοφώντος που επεσκέφθη τη Μονή τους. Τότε, χωρίς πολλή σκέψη, φεύγει κρυφά απ΄τη Μονή, μαζί με ένα ακόμη αδελφό, με προορισμό το Άγιον Όρος. Δεν είχε, όμως, φθάσει για τον νεαρό και «αγένειο» ακόμη Ιωσήφ η κατάλληλη στιγμή για να ησυχάσει και επιδοθεί στους ασκητικούς αγώνες της αθωνικής μοναχικής πολιτείας. Ο θείός του, αντιλαμβανόμενος το γεγονός, «στέλνει δύο αδελφούς και τον προφθάνουν εις τον δρόμον όπου περνά κοντά από το χωρίον, Καστανιά λεγόμενον, και τον εγύρισαν εις το μοναστήριον».
Στην υπακοή του ηγουμένου θείου του παραμένει έως το έτος 1782, κατά το οποίο αυτός «απέδωκε το κοινόν χρέος, κοιμηθείς εν Κυρίω». Μετά την εκδημία του θείου του εγκατεβίωσε στο μοναστήρι του αγίου Γεωργίου Φενεού πέντε ακόμη έτη, αγωνιζόμενος σε όλες τις αρετές, μάλιστα δε «υποπιάζων και δουλαγωγών» το φθαρτό σώμα του επί τριετίαν, εργαζόμενος στα «ζευγάρια του μοναστηρίου».
Ο νους του, όμως, ήταν πάντοτε στραμμένος προς την απόλυτη μόνωση και υποταγή· αφ΄ ενός μεν το θεόσταλτο δράμα «του Δεσπότου Χριστού», το οποίο κυριολεκτικά τον συνεκλόνισε, αφ΄ ετέρου δε ο βίος των αγίων Ιωάννου και Συμεών του διά Χριστόν Σαλού, ο οποίος αποτελούσε προσφιλές του ανάγνωσμα, τον ωθούν τελικά να πάρει την απόφαση για φυγή προς τον «φυχοσωτήριον τόπον» του Άθωνος, του «Περιβολιού της Παναγίας».
Κατά το έτος 1787, σε ηλικία 25 ετών, αναχωρεί από τη Μονή του Μωρέως -έπειτα από 16 συναπτά έτη παραμονής του εκεί- μαζί με δύο ακόμη αδελφούς, οι οποίοι «ήσαν κολλημένοι εις την αγάπην του και είχον συμφωνίαν να μή χωρίσουν από λόγου του πώποτε». Πρώτος σταθμός τους ήταν η Ύδρα, όπου βρίσκουν καΐκι και μεταβαίνουν στο Άγιον Όρος. Εκεί επισκέπτονται πρώτα την Ι. Μονή Ξηροποτάμου, όπου ο Ιωσήφ «προσκυνώντας και ασπαζόμενος το Τίμιον και Ζωοποιόν Ξύλον του Ζωηφόρου Σταύρου και τα άγια λείψανα όπου εκεί ευρίσκονται και συνομιλώντας με τους εκείσε πατέρας, ευφράνθη το πνεύμά του λαμβάνοντας ολίγην αναφυχήν». Η επιθυμία του να βρεθεί στο Άγιον Όρος είχε ήδη εκπληρωθεί· σοβαρότερο όμως μέλημα του ήταν να βρει «τινα άγιον άνθρωπον και πνευματικόν» και να επιδοθεί στην απόλυτη υπακοή και εκκοπή του προσωπικού του θελήματος.
Η αναζήτηση αυτή τον οδηγεί στο Πρωτάτο των Καρυών, όπου, στο κελλί του άγιου Σπυρίδωνος, βρίσκει δύο μοναχούς αυταδέλφους, τους Αγάθωνα και Γαβριήλ, κοντά στους οποίους παραμένει για ένα περίπου χρόνο· στο διάστημα αυτό κείρεται σταυροφόρος μοναχός -κατά το έτος 1788, σε ήλικια 26 ετών- και ονομάζεται απο τους πατέρες εκείνους Ιλαρίων. Κατά την παραμονή του στις Καρυές γνωρίζει επίσης τον γέροντα κύρ Παρθένιο Σκούρτο, «πνευματικόν πρακτικόν και τω όντι άγιον άνθρωπον», ο οποίος, μάλιστα, υπήρξε ο πρώτος του διδάσκαλος και ποδηγέτης στη νηπτική και πνευματική ζωή. Στο κελλί του αγίου Σπυρίδωνος ο Ιλαρίων, εργαζόμενος στο εργόχειρο «τα λεγόμενα φέσια» και μελετώντας το πατερικό βιβλίο του Ευεργετινού, όπως του υπέδειξε ο πνευματικός του Παρθένιος, «έρχεται -με την πάροδο του χρόνου- και εις ύφηλοτέραν έννοιαν».
Η διαρκής αναζήτηση και ο διακαής πόθος του για ησυχία, μόνωση, πλήρη υποταγή, εκκοπή του προσωπικού θελήματος, εγκράτεια και υπακοή, τον οδηγούν στη συνέχεια στη σκήτη του αγίου Δημητρίου και συγκεκριμένα στον πνευματικό κυρ Διονύσιο τον εκ Σιατίστης.
Κοντά στον πνευματέμφορο εκείνον γέροντα βρίσκει τον σκοπό της ζωής του, τρυγώντας τις πνευματικές νουθεσίες και διδασκαλίες του και υποτασσόμενος κατά πάντα, «ωσάν ένα πρόβατον εις σφαγήν, όπου και εις την θάλασσαν αν ήθελεν τον προστάξη να πέση ήτον έτοιμος να το κάμη». Ο ευλογημένος αυτός Διονύσιος τον «κουρεύει» μεγαλόσχημο μοναχό -«εις τάς ιζ΄ του Δεκεμβρίου, ήμερα Κυριακή»- μετονομάζοντας αυτόν Ιερόθεο, ενώ κατά το έτος 1790, σε ηλικία 28 ετών, χειροτονείται ιεροδιάκονος στη σκήτη του αγίου Δημητρίου, από τον Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Γεράσιμο· ο ίδιος Αρχιερεύς τον χειροτονεί πρεσβύτερο, κατά την απόδοση της εορτής των Αγίων Θεοφανείων, την 14η Ιανουαρίου, στην Ι. Μονή του αγίου Γεωργίου, «την επονομαζομένην του Ζωγράφου». «Και ούτω, ετέθη ο λύχνος επί την λυχνίαν, φωτίζων παν το πλήρωμα των ορθοδόξων».
Η μαθητεία του Ιεροθέου στο πλευρό του πνευματικού Διονυσίου χαρακτηρίζεται από στιγμές πνευματικών εξάρσεων και ανατάσεων της καρδίας του νεαρού μονάχου προς την «ουυράνιον Ιερουσαλήμ», γεγονός που, κατά τον Απόστολο, θα τον καταστήσει «άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού». Τους δύο αγωνιστές και συστρατιώτες στον κοινόν αγώνα κατά του νοητού έχθρού θα χωρίσει μόνον η κοίμηση του Διονυσίου.
Όπως ήταν φυσικό, η στέρηση του προσφιλούς γέροντός του επίκρανε και στενοχώρησε ιδιαίτερα τον Ιερόθεο· αφού παρέμεινε για ένα ακόμη χρόνο στη σκήτη του αγίου Δημητρίου, μαζί με τον αδελφό του Φιλόθεο -πού είχε ήδη συναριθμηθεί στη συνοδεία του Διονυσίου-, αποφα
σίζει «να πιάση πάλιν την φίλην του υπακοήν»

Πηγαίνει τότε στη νέα σκήτη του αγίου Παύλου, όπου υποτάσσεται στον Θεοφάνη, «θαυμάσιο και ενάρετο πάτερα», ο οποίος εμόναζε εκεί με τον αδελφό του Ιάκωβο. Νέους αγώνες και αθλητικά σκάμματα αναλαμβάνει τώρα ο Ιερόθεος, ο οποίος, εκτός του ότι ήταν «ένα θαύμα τη αλήθεια» ως προς την αρετή, υπακοή, υπομονή και ταπείνωση που έδειχνε προς τον γέροντα, πρωτοστατεί επίσης και στην ανέγερση εκκλησίας προς τιμήν «της Θεοτόκου και Ζωοδοχου ΙΙηγής».
Η κακία, όμως, του «αντάρτη εκείνου και μισοκάλου διαβόλου» υπαγορεύει μίσος και ζηλοφθονία στους συνάδελφους του Ιεροθέου, που με ποικίλες συκοφαντίες κατορθώνουν να τον εκδιώξουν από τη σκήτη. Ο Ιερόθεος, λυπημένος για τα γεγονότα αναχωρεί και, αφού συμβουλεύεται πρώτα τον πνευματικό κυρ Ανανία Λαζό στη σκήτη της αγίας Άννης, εγκαθίσταται πλέον με τον αδελφό του σ΄ ένα ησυχαστήριο της μικράς αγίας Άννης, τον άγιο Ονούφριο. Εκεί επιδίδεται αποκλειστικά στη μελέτη και την προσευχή, ενώ η φήμη του αρχίζει να εξαπλώνεται στους γύρω πατέρες, οι οποίοι τον επισκέπτονται και τον συμβουλεύονται στα πνευματικά θέματα, ωφελούμενοι τα μέγιστα από τη διδαχή του.
Μετά από εξαετή παραμονή στο ησυχαστήριο αυτό, το οποίο και ανεκαίνισαν «και απάνωθεν της θύρας ιστόρησαν τας άγιας εικόνας των οσίων πάτερων Ονουφρίου και Πέτρου», ο Ιερόθεος, αναζητώντας περισσότερη άσκηση και σκληραγωγία, μεταβαίνει με τη συνοδεία του σ΄ ένα ερημονήσι, τα Γιούρα, οπού ζη μέσα σε υπόγειο σπήλαιο απολαμβάνοντας «την αμεριμνίαν και ησυχίαν».
Στα Γιούρα και τα υπόλοιπα ερημονήσια έζησε «εν όρεσι και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης» επί ενάμισυ έτος. Έπειτα, λόγω των επιδρομών των κλεπτοκουρσάρων, επέστρεψε πάλι στο Άγιον Όρος και κατοίκησε για δεύτερη φορά στη σκήτη του αγίου Δημητρίου. Η παραμονή του εκεί διήρκεσε ένα περίπου έτος. Μετά το χρονικό αυτό διάστημα και επειδή η συνοδεία του είχε ήδη κατά πολύ αυξηθεί, εγκαθίσταται σ΄ ένα κελλί που αγόρασε από την Ι. Μονή αγίου Νικολάου του Σταυρονικήτα, τον άγιο Ονούφριο.
Η οσιακή πολιτεία του Ιεροθέου, η βαθειά γνώση των θείων Γραφών και ιερών Κανόνων, καθώς και η εμπειρία του στα πνευματικά θέματα, προτρέπουν τους προϊσταμένους της Ι. Κοινότητος του Αγίου Όρους να τον «διορίσουν» κοινό πνευματικό ολοκλήρου του Άθωνος.
Έτσι, επί πατριαρχίας Καλλινίκου του Ε΄, διορίζεται, παρά τις αντιρρήσεις του, κοινός πνευματικός του Αγίου Όρους, ένα χρόνο αργότερα, ο διάδοχος του Καλλινίκου στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος ο Ε΄, του στέλνει «ενταλτήριον και επιστολήν», διορίζοντάς τον επισήμως σ΄αυτήν της ιδιαιτέρας σημασίας και πνευματικής βαρύτητας θέση. Επειδή όμως «ουδείς δίκαιος ακατηγόρητος», ο ικανότατος πνευματικός γέρων Ιερόθεος κατηγορείται από κάποιον Εσφιγμενίτη Ιεροδιάκονο Αμβρόσιο, ο οποίος τον αποκαλεί αιρετικό και φαρμασώνο, προσάπτοντάς του επίσης μομφή για τη συχνή θεία Μετάληψη προς την οποία παρακινουσε τους υποτακτικούς του και τους εξομολογουμένους σ΄ αυτόν. Οι προσπάθειες, όχι μόνον του ιδίου του Ιεροθέου αλλά και του Νικόδημου του Αγιορείτου, να πείσουν τον Αμβρόσιο για την ορθότητα των πεποιθήσεών τους και το εσφαλμένον των δικών του ισχυρισμών, αποβαίνουν άκαρπες. Ο Ιερόθεος αναγκάζεται να απολογηθεί ενώπιον Συνόδου των προϊσταμένων των Μονών του Αγίου Όρους, την 19η Μαΐου του έτους 1807, η οποία τον αθωώνει πανηγυρικά από όλες τις κατηγορίες, ενώ αντιθέτως καταδικάζει τον ιεροκατήγορο Αμβρόσιο· προς τούτο εκδίδει «συστατικήν αθωωτικήν απολογίαν» η οποία αναγινώσκεται στον ναό του Πρωτάτου.
Μετά από ολα αυτά τα γεγονότα ο Ιερόθεος δεν μπορεί πλέον να παραμείνει στο Άγιον Όρος. Συνυπολογίζοντας επίσης το γεγονός ότι «επερίσσευσαν τα δοσίματα και όσοι δεν είχαν τον τρόπον να τα πληρώσουν εξ ανάγκης εμίσευον από το Άγιον Όρος», αποφασίζει να αναχωρήσει με τη συνοδεία του και να κατοικήσει σ΄ένα νησακι απέναντι από τα Τρίκκερα, τον Αλαττά. Εκεί εγκαθίστανται στη Μονή «της θείας Μεταμορφώσεως και των αγίων τεσσαράκοντα μαρτύρων», ασχολούμενοι με το εργόχειρο τους, το όποϊο ο Ιερόθεος πωλούσε στην Θεσσαλονίκη η την Λάρισσα για την εξοικονόμηση των απαραιτήτων αγαθών.
Βεβαίως, η καρδιά του Ιεροθέου δεν αναπαύεται σ’ αυτήν τη συνεχή αναστροφή με τον «έξω κόσμο» και τα απανωτά ταξίδια, «ή μάλλον ειπείν αταξίας». Ένα επεισόδιο στην Λάρισσα γίνεται η αφορμή για να στραφούν, ο Ιερόθεος και η συνοδεία του, στην καλλιέργεια της γης, απ΄όπου πλέον εξασφαλίζουν «αυτάρκειαν» και «τα προς το ζην αναγκαία».
«Αλλά, καθώς δεν είναι δυνατόν να φύγη τινάς το ποτήριον του θανάτου -όπως γράφει χαρακτηριστικά ο βιογράφος του Ιεροθέου-, τοιουτοτρόπως δεν δύναται και να φύγη τινάς, εν όσω ζη, τους διαφόρους πειρασμούς». Οι νέοι πειρασμοί για τον Ιερόθεο προέρχονται αυτήν τη φορά από τους Τρικκεριώτες, άλλοι εκ των οποίων ήθελαν το μοναστήρι «να εξουσιάζεται από την χώρα» και άλλοι «από τον Ιερόθεον και τους μετ΄ αυτόν». Ο Ιερόθεος τότε, ως προγνωστικός και διορατικός, υποψιαζόμενος τί επρόκειτο να ακολουθήσει και εννοώντας τις διαθέσεις των Αρβανιτών, που από καιρό ελυμαίνοντο την περιοχή, παίρνει τη συνοδεία του και με δύο καΐκια φεύγουν για τις Σπέτσες.
Η αναχώρηση του πνευματικού γέροντος Ιεροθέου από το «Αγιώνυμον Όρος», προς το οποίο τόσο θερμά «επιποθούσε και εξέλιπεν η ψυχή του», ήταν οπωσδήποτε επιβεβλημένη και αναπόφευκτη· εσήμανε δε, αφ΄ ενός μεν το πέρας πολυοδύνων πειρασμών, που ο Κύριος «οις οίδε κρίμασιν» επέτρεψε να δοκιμάσουν τη θερμή και ακλόνητη πίστη του, αφ΄ετέρου δε την έναρξη του κηρυκτικού και πνευματικού έργου του ιερού πατρός στα ευλογημένα νησιά του Σαρωνικού, Σπέτσες, Πόρο και κατ΄ εξοχήν στην Ύδρα, όπου και «εκατήντησε» τον Σεπτέμβριο του έτους 1813, μετά από σύντομη παραμονή στα δύο ανωτέρω νησιά.
Εκεί, και στην υπ΄ αυτού ιδρυθείσα Μονή του Προφήτου Ηλιού, πάνω στην ακμή της πνευματικής του διακονίας, της εξομολογήσεως δηλαδή των πιστών χριστιανών, της διαδόσεως του λόγου του Θεού και της διαποιμάνσεως και κατηχήσεως των υποτακτικών του αλλά και όλων των κατοίκων της νήσου Ύδρας, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού, ημέρα Πέμπτη, έτει από Χριστού αωιδ΄[1814], ζήσας τα πάντα έτη επί της γης νβ΄[52]»· κληροδότησε δε ο αοίδιμος στην εκλεκτή του συνοδεία την υποχρέωση για συνέχιση του έργου που ο ίδιος ανέλαβε και με τόσο ζήλο επεδίωξε, προς δόξαν του Τριαδικού Θεού.

2. Χρονολογικός δείχτης της ζωής του Ιεροθέου

Παραθέτουμε εδώ συνοπτικό χρονολογικό πίνακα της ζωής του Ιεροθέου, ώστε με τρόπο εύληπτο και παραστατικό να πληροφορείται ο αναγνώστης τα βασικότερα σημεία της πολιτείας του αοιδίμου γέροντος:
1762:Γεννάται στην Συλίβενα της Πελοποννήσου, από τους ευσεβείς Γεώργιο και Μαλάμω, ως δευτερότοκος υιός τους. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Ιωάννης.

1771:Σε ηλικία εννέα ετών αφιερώνεται στην Ι. Μονή του αγίου Γεωργίου Φενεού, όπου ηγουμένευε ο θείός του Μακάριος.

1778 ή 1779:Χειροθετείται αναγνώστης από τον θείό του και Μητροπολίτη Λακεδαιμόνιας Πανάρετο.

1779 ή 1780:Κείρεται δόκιμος μοναχός και μετονομάζεται Iωσήφ.

1780 ή 1781:«Αγένειος» ακόμη επιχειρεί να φύγει για το Άγιον Όρος.

1782:Ενώ διανύει το εικοστόν έτος της ηλικίας του εκδημεί ο θείός του και καθηγούμενος της Μονής της μετανοίας του.

1787:Σε ηλικία 25 ετών φεύγει οριστικά από τη Μονή της Πελοποννήσου με προορισμό το Άγιον Όρος. Πρώτη του επίσκεψη στην Ύδρα.

1787:Παραμένει στο κελλί του αγίου Σπυρίδωνος των Καρυών με τους πατέρες Αγάθωνα και Γαβριήλ. Συναντά και συμβουλεύεται τον πνευματικό κυρ Παρθένιο Σκούρτο.

1788:Κείρεται σταυροφόρος μοναχός απ΄ τους δύο ανωτέρω πατέρες, σε ηλικία 26 ετών, και ονομάζεται Ιλαρίων.

1788 ή 1789:Υποτάσσεται στον πνευματικό κύρ Διονύσιο τον εκ Σιατίστης, στη σκήτη του αγίου Δημητρίου.

16 Δεκεμβρίου 1789 ή 1790:Κείρεται μεγαλόσχημος μοναχός από τον ανωτέρω Διονύσιο και μετονομάζεται Ιερόθεος.

1790:Χειροτονείται ιεροδιάκονος, από τον Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Γεράσιμο, στη σκήτη του αγίου Δημητρίου.

14 Ιανουαρίου 1790 ή 1791:Χειροτονείται πρεσβύτερος, από τον ιδιο Αρχιερέα, στην Ι. Μονή Ζωγράφου, κατά την απόδοση των Αγίων Θεοφανείων.
19 Φεβρουαρίου 1794:Εκδημεί ο γέροντας του Διονύσιος.
1794-1795:Παραμένει στη σκήτη του αγίου Δημητρίου με τον αδελφό του Φιλόθεο.
1795-1796:Υποτάσσεται στον γέροντα Θεοφάνη, στη νέα σκήτη του αγίου Παύλου, οπού κτίζει και την εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής.
1796-1802:Παραμένει στο κελλί του αγίου Ονούφριου, στη σκήτη της μικράς αγίας Άννης.
1802-1803:Ασκητεύει στα Γιούρα και τα υπόλοιπα ερημονήσια απέναντι του Αγίου Όρους.
1803-1804:Παραμένει για δεύτερη φορά στη σκήτη του αγίου Δημητρίου.

1804:Μεταβαίνει στον Μωριά «διά αναγκαίαν υπόθεσιν της σκήτεως». Επιστρέφοντας στο Άγιον Όρος φέρνει μαζί του επτά νέους αδελφούς που συγκαταριθμούνται στη συνοδεία του.
1804/5-1812:Παραμένει στο κελλί του αγίου Ονουφρίου που αγοράζει από την Ι. Μονή Σταυρονικήτα

1805:Επί Πατριάρχου Καλλινίκου του Ε΄ διορίζεται κοινός πνευματικός του Αγίου Όρους.

1806:Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’, επί της δευτέρας πατριαρχίας του, του στέλνει «ενταλτήριον και επιστολήν» διοριστήρια.

19 Μαίου 1807:Απολογείται ενώπιον της Συνάξεως της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους και απορρίπτει τις ψευδοκατηγορίες του Αμβροσίου.

Σεπτέμβριος 1808:Ο Πατριάρχης Καλλίνικος ο Ε΄, με ειδική εγκύκλιο επί της δευτέρας πατριαρχίας του, τον απαλλάσσει από την πνευματική του διακονία.
1812-1813:Αναχωρεί από το Άγιον Όρος και παραμένει με τη συνοδεία του στο νησί Αλαττάς, απέναντι από τα Τρίκκερα, στη Μονή της Θείας Μεταμορφώσεως και των αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων.

1813:Διωκόμενος αναχωρεί από τα Τρίκκερα και φθάνει στις Σπέτσες.
1813:Παραμένει επί βραχύ διάστημα στην Ι. Μονή Ζωοδόχου Πηγής Πόρου, φιλοξενούμενος του καθηγουμένου Γρηγορίου.

Σεπτέμβριος 1813:Φθάνει με τη συνοδεία του στην Ύδρα, όπου τον υποδέχονται με τιμές οι άρχοντες και όλος ο λαός της νήσου.
26 Σεπτεμβρίου 1813:Εγκαθίσταται και αναλαμβάνει την ηγουμενία της Ι. Μονής Προφήτου Ηλιού Ύδρας.
9 Απριλίου 1814:Εκδημεί στην Ιερά Μονή του Προφήτου Ηλιού, έπειτα από σύντομη ασθένεια.

πηγή: Αχιλλέως Γ. Χαλδαιάκη, Ο Γέρων Ιερόθεος (1762-1814) – Η πολιτεία του κτίτορος της Ι. Μονής Προφήτου Ηλιού Ύδρας και κριτική έκδοση του Βίου του, Έκδοση Ιεράς Μονής Προφήτου Ηλιού Ύδρας, Αθήναι 2000

 

12η Οκτωβρίου-Ανάμνηση της μετακομιδής Ιερών λειψάνων του Αγίου Μαξίμου του Γραικού του Βατοπαιδινού στην Άρτα.

Σχολιάστε

 

Η μετακομιδή των Ιερών Λειψάνων του Αγίου Μαξίμου του Γραικού στην Άρτα έγινε την 12η Οκτωβρίου 1997.Συγκεκριμένα οΚαθηγούμενος της Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου  Γέροντας Εφραίμ, συνοδευόμενος από τους Βατοπαιδινούς πατέρες Τιμόθεο ,Αθανάσιο και Ανδρέα, μετέφεραν στην Άρτα τεμάχιο του λειψάνου του αγίου, το οποίο δόθηκε μεν στον Μητροπολίτη Άρτας στη Ρωσία , αλλά κατόπιν επιθυμίας του Σεβασμιωτάτου παρέμεινε επί μερικούς μήνες στην Μονή Βατοπαιδίου .


Γράφονται στα Πρακτικά της Συνάξεως της Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου τα εξής.
«…το απόγευμα αφίχθησαν εις Άρταν συνοδεία πάντοτε περιπολικού οχήματος και οχήματος ασφαλείας της Αστυνομίας, όπου επεφυλάχθη μεγαλειώδης και θερμοτάτη υποδοχή εις τον άγιον Μάξιμον υπό του Σεβασμιωτάτου αγίου Άρτης και άλλων αρχιερέων, των αρχών της πόλεως και του Αρτινού λαού, υποδεχομένου τον ομαίμονα άγιόν του εις τα χώματα ένθα ανετράφη. Αξίζει να σημειωθή ότι όλη η περιοχή τότε υπέφερεν εξ ανομβρίας και δια της αφίξεως του αγίου λειψάνου ήρχισε καταρρακτώδης βροχή, η οποία εσταμάτησε δι ολίγην ώραν κατά την υποδοχήν και μέχρι του πέρατος της υποδοχής. Ο λαός έζησε το γεγονός τούτο ως διπλούν θαύμα του αγίου Μαξίμου. Αφ ενὸς ο άγιος έφερε τας ποθουμένας βροχάς, και αφ ετέρου έπαυσε ταύτας δι ολίγον δια να δυνηθή ο κόσμος να παρευρεθή εις την υποδοχήν. Ο Άγιος Καθηγούμενος εξέφρασε την βαθείαν συγκίνησίν του από την ευλάβειαν του Αρτινού λαού προς τον Άγιον Μάξιμον.

« Ετελέσθησαν λαμπραί Ιεραί Ακολουθίαι και αγρυπνία εις τον Μητροπολιτικόν Ναόν, όπου και εναπετέθη δια την προσκύνησιν το άγιον λείψανον. Τέλος ο Άγιος Καθηγούμενος ανέφερεν ότι εξεφώνησεν ομιλίαν εις την αίθουσαν του ομίλου « Σκουφάς », κατόπιν προσκλήσεως του ομίλου, παρουσία των επισήμων και του χριστεπωνύμου πληρώματος υπό τον τίτλον: « Ο Μάξιμος ο Γραικός ως άγιος της Ορθοδόξου Εκκλησίας »

Από την ομιλία του Γέροντος Εφραίμ του Βατοπαιδινού δημοσιεύουμε ένα μικρό απόσπασμα:
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΥ
– Ο ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΓΡΑΙΚΟΣ ΩΣ ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΑΝΑΦΟΡΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΥ ΤΟΥ ΕΞ ΑΡΤΗΣ
(Απόσπασμα)


« Η Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου κατά το ιστορικό της παρελθόν έχει αποδειχθεί ότι διαδραμάτιζε διπλό ρόλο όσον αφορά την πνευματική της δραστηριότητα. Αφ’ ενὸς μεν δρούσε στην ησυχία και την αμεριμνία που είναι οι προϋποθέσεις για την κάθαρση από τα πάθη, το φωτισμό του νου και τη θέωση και αφ ετέρου τα θεωθέντα και αγιασμένα τέκνα της τα έστελνε στην ιεραποστολή για να δώσουν την καλή μαρτυρία της ακραιφνούς Ορθοδόξου ημών Αγιορειτικής Παραδόσεως προς στήριξη του λαού του Θεού, κάτι που δεν είναι ξένο στο ρου της διαχρονικής πορείας της Εκκλησίας. Και τολμούμε να πούμε ότι τόσο πολύ διακρινόταν η Μεγίστη αυτή Μονή στον τομέα αυτό, ώστε να επιδοθεί σ’ αυτὴ ο κλήρος της Ιεραποστολής, όχι μόνο στην ημεδαπή αλλά και στα άλλα Ορθόδοξα Έθνη.
Ο Άγιος Μάξιμος ο Βατοπαιδινός, γνωστός σαν « ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός », υπήρξε ένας από τους διαπρεπέστερους μοναχους, διεκρίθη δε σαν θεολόγος, φιλόσοφος, συγγραφέας και ποιητής κατά το αʹ ήμισυ του 16ου αιώνα, που έγινε γνωστός σαν « φωτιστής και αναμορφωτής του Ρωσσικού Έθνους ».
Γεννήθηκε στην πόλη της Άρτας, στη Βορειοδυτική Ελλάδα, γύρω στο έτος 1470 και καταγόταν από πλούσια, επιφανή και ευσεβή οικογένεια και ονομαζόταν Μιχαήλ Τριβώλης. Έλαβε τη βασική παιδεία από τους γονείς του και στα σχολεία Άρτας και Κέρκυρας. Σε ηλικία είκοσι χρόνων μετέβηκε στην Ιταλία,όπου παρακολούθησε ανώτερες σπουδές για μια δεκαπενταετία στα πανεπιστήμια της Ιταλίας, Βενετία, Πάδοβα, Φερράρα, Φλωρεντία και στα Μεδιόλανα. Ένας από τους πλέον έγκριτους βιογράφους του Αγίου Μαξίμου ο πρίγκηπας Ε. Γκολουμπίνσκιϊ ισχυρίσθηκε ότι, εάν παρέμενε τελικά στην Ιταλία, θα γινόταν ένας από τους διαπρεπέστερους Καθηγητές Πανεπιστημίων της εποχής εκείνης.
Όμως ο Άγιος Μάξιμος επιδόθηκε σε έντονη αναζήτηση του αυθεντικού τρόπου της χριστιανικής ζωής, αφού διαπίστωσε την γυμνότητα του ανθρώπου χωρίς το Θεό, ζώντας στην Ιταλία όπου τότε άκμαζε ο αναγεννησιακός ουμανισμός. Ακούοντας δε, για τη μοναστική πολιτεία του Αγίου Όρους και ποθώντας να επιτύχει τον ύψιστο ανθρώπινο προορισμό τη θέωση, αφού διαπίστωσε την ματαιότητα κάθε επίγειας δόξας και σοφίας κατά κόσμο, αποφάσισε να αφοσιωθεί στον Κύριο σαν μοναχός στο περιφανέστερο λίκνο της Ανατολικής Ορθοδόξου Παραδόσεως της εποχής του και κατάληξε στην Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου.
Το 1515 ο Τσάρος Βασίλειος Ιβάνοβιτς ζήτησε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, καθώς και από τον « Πρώτο » του Αγίου Όρους εμπειρο, πεπαιδευμένο και ενάρετο μοναχό για να μεταφράσει εκκλησιαστικά κείμενα στη ρωσική γλώσσα και συνάμα να διορθώσει εσφαλμένες μεταφράσεις και αντιγραφές της Αγίας Γραφής και Πατερικών κειμένων. Όλοι,συμπεριλαμβανομένης της Βατοπαιδινής Γεροντίας, επέλεξαν ομόφωνα τον χαρισματούχο μοναχό Μάξιμο.
Ο Άγιος Μάξιμος αναχώρησε από το Άγιο Όρος το 1516. Σαν εκπρόσωποι του ευγενούς Ρωσικού λαού υποδέχθηκαν τον Αγιο-ρείτη μοναχό και τη συνοδεία του, ο Μητροπολίτης Μόσχας Βαρλαάμ και ο Τσάρος Βασίλειος Ιβάνοβιτς.
Δυστυχώς, την εποχή εκείνη το Ρωσικό Έθνος μαστιζόταν από κενές ιδεολογίες, που είχαν υπεισέλθει και στα Ορθόδοξα εκκλησιαστικά βιβλία, ίσως όχι τυχαία. Ο Μάξιμος ανέπτυξε συγγραφικό, μεταφραστικό, διορθωτικό και ερμηνευτικό έργο. Παράλληλα η Ορθοπραξία του ήλκυσε σύντομα το Τσάρο και το Μητροπολίτη, καθώς επίσης και το λαό και αρκετούς επιφανείς και διακεκριμένους άνδρες, που διεπίστωσαν στο πρόσωπό του το σοφό μοναχό, που είχε τη δυνατότητα να επιλύει δυνάμει Θεού με τις συνετές του διδαχές και συμβουλές τα πολυσχιδή προβλήματα που ανήκαν στους ανθρώπους όλων των κοινωνικών τάξεων και δραστηριοτήτων. Έτσι άρχισε το συμβουλευτικό του έργο κυρίως προς το Ρώσο Ηγεμόνα και το Μητροπολίτη που διοικούσαν τα της Πολιτείας και τα της Εκκλησίας.
….. Πρέπει δε να σημειώσουμε ότι ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός υπήρξε ο πρώτος μύστης των Ρώσων στην αρχαία Ελληνική φιλοσοφία και φιλολογία, λόγω της σχετικής εμβριθούς και πολυετούς σπουδής του στη Δύση. Επίσης ήταν ο πρώτος εισηγητής της τυπογραφίας στη Ρωσία, ένεκα των στενών του σχέσεων με τον περίφημο Ιταλό τυπογράφο και λόγιο Άλδο Μανούτσι. Γενικά, ο Φωτιστής και Ισαπόστολος Μάξιμος ενεργούσε πολύτροπα και σοφά και φρόντιζε να μορφώνει πλήθος ανθρώπων, που συνέχισαν το κολοσσιαίο έργο της Ορθοδόξου διαφώτισης της Ρωσίας για τη σωτηρία του λαού και προς δόξα και χαρά της Εκκλησίας του Χριστού. Οι εν λόγω πολιτιστικές δραστηριότητες του Αγίου Μαξίμου εξάρουν την πολυποίκιλη ευεργετική δράση του Αγίου, που αναδείχθηκε όχι μόνον Ιεραπόστολος αλλά και εκπολιστιστής του Ρωσικού λαού, που την εποχή εκείνη βρισκόταν σε κατάσταση αγραμματοσύνης και αμάθειας.
Η ιεραποστολική δράση του Αγίου Μαξίμου διάρκεσε για μια οκταετία. Το ομολογιακό του έργο όμως του επιφύλασσε βαρύ σταυρό, η μάλλον ο εχθρός της αλήθειας διάβολος επιχείρησε να καταστρέψει το έργο του Μαξίμου! Αλλά τελικά αστόχησε, διότι «ο κόκκος του σίτου έπεσεν εις την γην και απέθανεν και έδωκεν καρπόν εκατονταπλασίονα», κατά το Κυριακό λόγιο.
Ευκρινέστερα αναφέρομε ότι λόγω ατασθαλιών εκ μέρους πολιτικών και ορισμένων εκκλησιαστικών φορέων – που οφείλονταν εν πολλοίς σε άγνοια – ο Αθωνίτης Πατήρ αναγκάσθηκε να διαμαρτυρηθεί και να ελέγξει κάποιους, με βάση τις ευαγγελικές αξίες και σύμφωνα με την εκκλησιαστική ιδιότητα, που του χορηγήθηκε από τη Ρωσική Εκκλησία και τη Βασιλεία της χώρας. Δυστυχώς όμως, αντί η κατάσταση των πραγμάτων να βελτιωθεί, ο Μάξιμος είχε πλέον να αντιμετωπίση την έχθρα των ανθρώπων αυτών. Σ αυτοὺς συμπεριλαμβανόταν και ο ίδιος ο υπ αυτοῦ ελεγχθείς Τσάρος και ο Μητροπολίτης της Ρωσίας Δανιήλ, που αγνοούσαν το ειλικρινές ενδιαφέρον του Αγίου για τη σωτηρία τους και την ευθυδρομία της Ρωσικής Εκκλησίας.
Απ εδώ αρχίζει μια βαριά σταυρική πορεία του Αγίου εν μέσω φυλακών και κατατρεγμών και μέχρι θανάτου δοκιμασιών. Αυτές ακριβώς οι δοκιμασίες τελειοποίησαν πνευματικά τον Μάξιμο, ώστε να θεωρείται σήμερα ο πρώτος από τα επιφανή τέκνα της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, ο άριστος από τους μεγαλύτερους στην αγιότητα, Ισαπόστολος και Ομολογητής, Μάρτυρας και Όσιος και Έγκλειστος και Ησυχαστής. Είναι αυτός που με θεία κλήση συγκέντρωσε όλα μαζί τα χαρίσματα και σ’ αυτὸν αρμόζουν όλες οι εν λόγω προσωνυμίες σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μη θεωρείται κάτι απ αυτὰ υπερβολή, καθώς θα αποδείξομεν πιο κάτω με τις πενιχρές μας δυνάμεις και με τις πρεσβείες του Οσίου μας Πατέρα. Και όχι μόνον δεν μπορεί να θεωρηθούν υπερβολή όλες οι εν λόγω προσωνυμίες, αλλά αποδεικνύεται ακόμη ότι ο Άγιος αυτός ξεπερνούσε κατά πολύ και τους αγίους εκείνους που επιμελήθηκαν στο έπακρο ένα τρόπο ζωής κατά το ανθρώπινο δυνατό και μια ασκητικότητα, που τους διάκρινε και τους κατέταξε στο δικό τους τάγμα.
………..Ο Άγιος γέροντας στην ηλικία και καταβεβλημένος από τις πολλαπλές κακουχίες της ισοβίου φυλάκισής του, κατά την 21η Ιανουαρίου του 1556, ημέρα που η Εκκλησία τιμά τον ομώνυμο και προστάτη του Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, και στην Ιερά Μονή της μετάνοιάς του στο Βατοπαίδι οι πατέρες και αδελφοί του αμέριμνοι και αγαλλώμενοι τιμούσαν κατά το έθος την εορτή της Παναγίας της Παραμυθίας, ξένος σε ξένη χώρα, χωρίς ανθρωπίνη παρηγοριά, ο Άγιος Μάξιμος παρέδωκε το πνεύμα του στα χέρια του αγαπημένου του Κυρίου, για να τον παραμυθήσει από τους κόπους και πόνους του η Κυρία Θεοτόκος η Βατοπαιδινή Μήτηρ του και Παραμυθία.
Η Θεία Πρόνοια, προκειμένου να μαρτυρήσει για τη σωστή ομολογία του Αγίου Μαξίμου και την ευαρέσκειά της για το ομολογιακό του έργο, οικονόμησε να κοιμηθεί ο Όσιος την ημέρα της μνήμης του ομώνυμου και προστάτη του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, ημέρα που γιόρταζε και συνεχίζει να εορτάζει η Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου τη θαυματουργή της εικόνα την Παναγία την Παραμυθία, γεγονός που μαρτυρεί ότι η σκέψη και η αγάπη του Αγίου ήταν πάντοτε στη Μονή του και τη θαυματουργή της εικόνα και ότι επίσης ο πόθος του για επιστροφή παρέμεινε πάντοτε ακλινής, χωρίς όμως να μπορέσει να τον πραγματοποιήσει. Κι αυτό πάλιν από θεία Πρόνοια, ώστε το θείο σκήνος του να αποβεί – σαν άλλος μυθικός φοίνικας αναγεννώμενος από την τέφρα του – το θεμέλιο της πνευματικής του οικοδομής και του ιεραποστολικού του έργου στη Ρωσία, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ο αρχέκακος εχθρός διάβολος θέλησε να εμποδίσει το έργο του Οσίου, δηλαδή το έργο του Θεού, αλλά τραυματίσθηκε καίρια με τα δικά του όπλα και κατά το ψαλμικό: «η ρομφαία αυτού εισήλθεν εις την καρδίαν αυτού».
Γέρων κεκοιμηκώς από τη μαρτυρική του ζωή τελείωσε την επίγεια ζωή του και το αποστολικό έργο του, αναβαίνοντας στην επουράνια θριαμβεύουσα Εκκκλησία. Ήταν 86 περίπου χρόνων όταν κοιμήθηκε (1556) και είχεν υπηρετήσει μέχρι τελευταίας ικμάδας τη Ρωσική Εκκλησία και τον ευσεβή λαό της για συνολική περίοδο τριάντα οκτώ (38) χρόνων. Τα εικοσιέξι (26) χρόνια ήταν στη φυλακή υποκείμενος σε ανεικάστους ταλαιπωρίας.


Το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως προέβηκε στον κανονισμό ως Αγίου του Μαξίμου του Γραικού το 1988. Στη συνέχεια τον ίδιον χρόνο και στην εορτή της χιλιετηρίδας της Ορθοδοξίας στη Μόσχα κανονίσθηκε σαν άγιος και από τη Ρωσική Εκκλησία.
Ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός αναδείχθηκε Πατέρας των Ορθοδόξων της Ρωσικής γης.
Ευχόμαστε ο Πανάγαθος Τριαδικός Θεός μας, που «έως άρτι εργάζεται» να αποστέλλει πάντοτε άξιους και άγιους εργάτες στον αμπελώνα Του, σαν τον ακάματο και μέγα Άγιο Μάξιμο, για τη σωτηρία όλων μας. Ευχόμαστε επίσης ο Θεός με τις πρεσβείες του Οσίου τούτου Πατέρα μας να δίδει τη Χάρη Του, για τη διαφύλαξη της ενότητας της πίστεως και το σύνδεσμο της αγάπης στη μία Αγία του Χριστού Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

Βατοπαιδίου το εξαίρετον χριστόθρεμμα,
Και όρους Άθω το πανεύοσμον αγλάισμα,
Θείον Μάξιμον τιμήσωμεν επαξίως ,
Των λειψάνων την σορόν ανακομίζοντες
Εκ Ρωσίας ένθα πλήθη κατεφώτισε,
Τούτω κράζοντες
Χαίροις Μάξιμε Μέγιστε.

Επιμέλεια:πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

 

Ο βατοπαιδινός Άγιος Γερμανός ο Μαρούλης (1252 – 1336) [εορτάζεται 11 Οκτωβρίου]

Σχολιάστε

Vatopaidi.wordpress.com

Agios Germanos Maroulis

Κατά τον όντως φιλόθεο και φιλάγιο βιογράφο άγιο Φιλόθεο τον Κόκκινο, του αγίου Γερμανού πατρίδα ήταν «η περιφανής Μακεδόνων μητρόπολις, το φίλον όντως εμοί και ήδιστον έδαφος, η θαυμαστή και μεγάλη Θεσσαλονίκη» Ήταν συμπατριώτες και φίλοι οι δύο άγιοι. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1252 από φιλάνθρωπους, ευκατάστατους, ευσεβείς και πολύτεκνους γονείς. Ήταν ο τρίτος από τα οκτώ τέκνα των γονέων του. Τον κατά κόσμον Γεώργιο από μικρό τον διέκρινε «ευταξία τις και σύννοια θαυμαστή και απλότης, εύκαιρος τε σιωπή στόματος μετ’ ηρεμίας ψυχής και ήθους υποβεβηκότος τε και μετρίου, και το παν, ως ειπείν, ειρήνης και σωφροσύνης και πραότητος άγαλμα». Από μικρός αγάπησε υπέρμετρα την ησυχία, την προσευχή, την άσκηση, τη νηστεία, την αγρυπνία, την κατάνυξη, τη φιλαδελφία και φιλοπτωχία. Ο ένθεος και ενάρετος βίος του διακρινόταν με την απαθή στάση του και τη με πραότητα, υπομονή του στη σκληρή και άπρεπη στάση των ζωηρών συμμαθητών του απέναντι του στο σχολείο. Στους ταλαιπωρημένους εργάτες των κτημάτων τους συμπεριφερόταν με ιδιαίτερη στοργή.

Όταν τους είδε κάποτε καταϊδρωμένους και αποκαμωμένους, τους είπε να διακόψουν την εργασία και να αναπαυθούν. Ο πατέρας του τον επετίμησε, αλλά κατα βάθος χάρηκε για τα φιλάνθρωπα αισθήματα του ενάρετου παιδιού του.

Οι γονείς του σκέπτονταν να τον νυμφεύσουν, αλλά αυτός δεν ήθελε κανένα σύνδεσμο με τον μάταιο κόσμο, γιατι ετοιμαζόταν για μόνιμη αναχώρηση. Τότε ήλθε από το Άγιον Όρος στη Θεσσαλονίκη ο ενάρετος Αγιορείτης Γέροντας Ιωάννης, που κατοικούσε σε Δοχειαρίτικο Κελλί: «Ενταύθα και τω μεγάλω και στερρώ περιτυχών της ασκήσεως και της ησυχίας στύλω, Ιωάννη φημί τω πάνυ, του Άθω και της καλής ερημίας άρτι τότε προς επίσκεψιν και διδασκαλίαν εκείσε κατιόντι των λογικών εαυτού θρεμμάτων». Περί το 1270, νέος, μόλις είχαν φανεί τα γένεια του, ακολούθησε τον Γέροντα Ιωάννη στο Άγιον Όρος: «Άθως δ’ εκείθεν ο μέγας δεξάμενος, το πίον και τετυρωμένον, εποί τις αν κανταύθα δικαίως, όρος, το όρος του Θεού, εν ω κατοικείν ο «τα πάντα πληρών» ευδόκησε διά την αρετήν δηλονότι των ενοικούντων, έθρεψέ τε πνευματικώς, είπερ τινά που των πάντων, και εις άνδρα προαγαγών τέλειον, «εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού»’ μετά πολλού γε πάνυ του περιόντος, πυρσόν ανέδειξε περιφανή τε και διαέριον σοφίας τε και γνώσεως πάσης τοις εκ του κοσμικού τούτου πελάγους και των ενταύθα πνευμάτων τε και του κλύδωνος εις τον σωτήριον εκείνον κατιούσι λιμένα».

Μετά σύντομη διαδικασία εκάρη μοναχός από τον Γέροντά του Ιωάννη και από Γεώργιος ονομάσθηκε Γερμανός. Διακρίθηκε για την υπεράνθρωπη άσκησή του και την πρόθυμη υπακοή του. Ως εργόχειρο είχε την καλλιγραφία. Μετέβαιναν στην «του Βατοπεδίου μεγάλην συνεχώς Λαύραν» προς προσκύνιση και συμμετοχή στις ιερές ακολουθίες αλλά και «θέας τε και ομιλίας των αδελφών χάριν». Οι Βατοπαιδινοί πατέρες τους είχαν σε μεγάλη εκτίμηση κι ευλάβεια. Ο νεαρός Γερμανός θαυμαζόταν και από τον γηραιό Γέροντά του, γιατί παρά το βάρος που σήκωνε, πήγαινε τον μακρύ και δύσκολο δρόμο από το κελλί τους στο Βατοπαίδι αγόγγυστα κι ευχάριστα, αλλά και όταν δοκιμάσθηκε ενώπιον πάντων των Βατοπαιδινών μοναχών, υπέμεινε γενναία, προς διδασκαλία και εντυπωσιασμό όλων για την αρετή του νεαρού μοναχού, που τόσο πρόθυμα ασκούνταν στην ταπείνωση και την υπακοή.

Μετά τη μαρτυρική τελείωση του προσφιλούς του Γέροντος Ιωάννου, περί το 1215 στη Θεσσαλονίκη με τον υποτακτικό του Γρηγόριο από τους Λατινόφρονες, αφού προείδε το τέλος του και προφήτευσε την ασκητική πρόοδο του αγαπητού του υποτακτικού, ο όσιος Γερμανός αναχώρησε για τις Καρυές και κατόπιν για τα όρια της Μεγίστης Λαύρας. Υποτάχθηκε στον Γέροντα Ιώβ, που ασκήτευε στο σπήλαιο της Παναγίας, κοντά στη Μεγίστη Λαύρα. Αργότερα ο Ιώβ ανέλαβε την ηγουμενία της Μεγίστης Λαύρας. Λόγω της ανυπακοής των Λαυριωτών επέστρεψε στο σπήλαιο των αγωνισμάτων του με τον Γερμανό. Μετά την εξορία του Ιώβ ο όσιος υποτάχθηκε στους Γέροντες Μύρωνα, Μαλαχία, Αθανάσιο και Θεοδώρητο, ώστε όλη του η ζωή να είναι στη μακάρια υπακοή, ως «παίς και μαθητής». Κατόρθωσε με τη συνεχή μαθητεία του να κερδίσει «του μεν τον λόγον, του δε τον βίον, του δε την θεωρίαν, του δε την πράξιν, και πάντων ομού μιμησάμενος πάντα και προς την εαυτού συλλέξας ψυχήν μετά παντός του βελτίστου, μίαν τινά θεοειδή της αρετής εικόνα θαυμασίως ο γενναίος απηκριβώσατο».

Προς το τέλος της ζωής του δέχθηκε ως υποτακτικό του τον ανάπηρο Ιωαννίκιο, τον όποιο έσωσε από βέβαιο θάνατο με την προσευχή του, όπως τον ασθενή ανηψιό του Ιωάννη, που τον επισκέφθηκε στην έρημο και τον βαρειά ασθενή συγγενή του Ιάκωβο. Σε ηλικία 84 ετών μετά μικρή ασθένεια, προσευχόμενος ανεπαύθη εν Κυρίω. Μόνο τα 18 πρώτα έτη του έζησε στον κόσμο κι όλα τα άλλα τα πέρασε στην αθωνική έρημο, με υπακοή, άσκηση και προσευχή. Γι’ αυτό χαριτώθηκε από τον Θεό πλούσια.

Ο άγιος Σάββας ο Βατοπαιδινός, συνδεόμενος με τον όσιο Γερμανό, έλεγε στον μετέπειτα βιογράφο του άγιο Φιλόθεο τον Κόκκινο, τα εξής χαρακτηριστικά εγκωμιαστικά λόγια, όπως μας τα καταγράφει: «Βούλομαι ακριβώς ειδέναι σε φίλος, ως ο κοινός ημών πατήρ και πάλαι μεν της κάτω και ημετέρας πατρίδος, νυν δε της μεγίστης Λαύρας, μάλλον δε των ουρανών ήδη και των απογεγραμμένων εκεί μέγας πολίτης, Γερμανός ο θείος, Αντώνιος εστίν νυν εν ημίν άλλος ο μέγας· ου την πολιτείαν φημί και την της αρετής άσκησιν μόνον, αλλα δή και την καθαρότητα της καρδίας και την ενοικούσαν αυτή του Πνεύματος χάριν τε και σοφίαν».

Συγγραφέας του ωραίου βίου του οσίου είναι ο φίλος του άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος. Με ιδιαίτερη χάρη, γνώση και χαρακτηριστική αμεσότητα, δίχως υπερβολές και ακρότητες, παρουσιάζει ο άγιος βιογράφος τον άγιο βιογραφούμενό του ως υπόδειγμα και παράδειγμα προς όλους και ιδιαίτερα προς τους μοναχούς και κύρια τους Αγιορείτες: «Οι της ερημίας, τον πτερωτήν, κατά τον μέγαν αύθις ειπείν εκείνον, οι της επιμιξίας, τον νομοθέτην· οι της απλότητος, τον οδηγόν· οι της θεωρίας, την πηγήν του θείου λόγου και της διδασκαλίας· ο εν ευθυμία, τον χαλινόν· ο εν συμφοραίς, την παράκλησιν· την βακτηρίαν, η πολιά· την παιδαγωγίαν, η νεότης· η πενία, τον ποριστήν· η ευπορία, τον οικονόμον. Δοκούσι μοι και ποιμένες τον της ποιμαντικής διδάσκαλον επαινέσεσθαι, και παίδες και μαθηταί τον σοφόν καθηγητήν και πατέρα, και πτωχοί και ξένοι τον φιλόπτωχόν τε και φιλόξενον, και αδελφοί και πατέρες τον φιλάδελφον ομού και φιλότεκνον, οι τας ψυχάς νοσούντες τον απαθέστατον ιατρόν, οι ύγιαίνοντες τον φύλακα της υγείας, οι πάντες τον πάσι πάντα γενόμενον, ίνα κερδάνη τους πάντας ή πλείονας».

Η μνήμη του είναι άγνωστη στους συναξαριστές. Συνεορτάζεται μετά των Βατοπαιδινών Αγίων στις 10 Ιουλίου.

Πηγή: Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, Βατοπαιδινό Συναξάρι

Έκδοσις: Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος, 2007

 

Ο βατοπαιδινός Άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος (1300 – 11 Οκτωβρίου 1379)

Σχολιάστε

ΠΗΓΗ.Vatopaidi.worpress.com

Agios Filotheos Kokkinos 01

Πρόκειται για εναν από τους επιφανέστερους και πολυγραφότερους αρχιερείς της Εκκλησίας μας κι εναν από τους μεγαλύτερους οικουμενικούς πατριάρχες.

Ο κατα κόσμον Φωκάς γεννήθηκε περι το 1300 στη Θεσσαλονίκη από μητέρα εβραϊκής καταγωγής. Έλαβε εξαιρετική μόρφωση παρα του Θωμά Μαγίστρου, του όποίου ύπηρξε και υπηρέτης. Νωρις ασπάσθηκε τον μοναχισμό και μετέβη στο όρος Σινά. Άπό εκεί ήλθε στον «ιερόν Άθωνα, τόν χρυσούν όντως και φίλτατον, και πρόξενον των καλών εις όλους τους εις αυτόν οικήσαντας και οίκούντας» κατα τον βιογράφο του.

Στην άρχη μόνασε στη μονη Βατοπαιδίου, όπου γνωρίσθηκε και συνδέθηκε με τον άγιο Σάββα τον δια Χριστόν σαλό, του όποίου, όπως εδαμε ύπηρξε άριστος βιογράφος. Κατόπιν μόνασε στη μονη Μεγίστης Λαύρας. Ως Λαυριώτης μοναχός συνδέθηκε με τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, του οποίου ύπηρξε επίσης εξαιρετικός βιογράφος, και υπέγραψε τον Αγιορειτικό Τόμο του 1339. Το 1342 διαδέχθηκε στην ηγουμενία τον Μακάριο, πού εκλέχθηκε μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Η ηγουμενία του δεν ήταν δίχως προβλήματα. Η στάση του στο ησυχαστικό ζήτημα από την αρχή ήταν στο πλευρό του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Το 1346 έγραψε δύο λόγους· περί του θαβωρίου φωτός και κατά του Ακινδύνου.

Agiou Filotheou Kokkinou, sakkosΤο 1347 εξελέγη μητροπολίτης της πρωτόθρονης Ηράκλειας με τον τίτλο «Πρόεδρος των υπερτίμων» από τον πατριάρχη Ισίδωρο. Το 1350 χειροτόνησε τον Αγιορείτη άγιο Κάλλιστο Α’ πατριάρχη. Έλαβε μέρος στη Σύνοδο του 1351 για το ησυχαστικό ζήτημα, διαδραματίζοντας σημαντικό ρόλο παρά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και συνέταξε τον Τόμο των Πρακτικών της Συνόδου. Ο ίδιος πατριάρχευσε στον Οικουμενικό Θρόνο δύο φορές· 1353-1354 και 1364-1376. Το 1368 συνοδικά αναγνώρισε την αγιότητα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και καθώρισε τη μνήμη του τη Β’ Κυριακή των Νηστειών, συνθέτοντας την ιερά ακολουθία του, τακτοποιώντας οριστικά το ησυχαστικό ζήτημα και καταδικάζοντας τους αντιπαλαμιστές. Η πατριαρχεία του αγίου Φιλοθέου υπήρξε πλούσια σε σημαντική ποιμαντική δράση. Είχε μεγάλη συγγραφική και διοικητική δραστηριότητα Διηύθυνε τα εκκλησιαστικά θέματα με σύνεση και διάκριση, ώστε κατέστησε την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως οικουμενικό φάρο. Εργάσθηκε σθεναρά κατά της οθωμανικής απειλής και της λατινικής προπαγάνδας, με την τόνωση και την ενότητα των Ορθοδόξων Ο πάπας Ουρβανός ο Ε΄απέρριψε την πρότασή του για τη σύγκλήση οικουμενικής συνόδου προς ορθή ένωση των εκκλησιών.

Ο άγιος Φιλόθεος χάρη στη μεγάλη του μόρφωση αναδείχθηκε σε εξαιρετικό και πολυμερή συγγραφέα. Τα πολλά του έργα μπορούν να διαιρεθούν σε δογματικά, αντιρρητικά κατά των Νικηφόρου Γρηγορά, Ακίνδυνου, Βαρλαάμ και Μανουήλ Πετριώτη, πολλά έργα του είναι αγιολογικά, και κυρίως Αγιορειτών αγίων, όπως Γρηγορίου Παλαμά, Γερμανού Μαρούλη, Ισιδώρου Βουχειρά και Σάββα Βατοπαιδινού, ως και Νικόδημου του Νέου· έγραψε επίσης περι της αγίας Ανυσίας, Δημητρίου Μυροβλύτου, Αγίων Άποστόλων, Τριών Ιεραρχών, Αγίων Πάντων, Ονουφρίου, Φεβρωνίας, Φωκά, Ιωάννου Χρυσοστόμου, Θεοδώρου Τήρωνος, Αποστόλου Θωμά και άλλα. Άλλα τέλος έργα του είναι ομιλητικά, ερμηνευτικά, λειτουργικά, κανονικά, ιστορικά, ποιητικά, ευχολογικά και άλλα. Τα έργα του αγίου Φιλοθέου καλύπτουν όλους σχεδόν τους θεολογικούς κλάδους.

Υπήρξε βαθύς θεολόγος, θαυμάσιος συναξαριογράφος, ιδιαίτερα των συγχρόνων του Αγιορειτών, των οποίων τους βίους παρουσίασε υπόδειγμα για τους συμμοναστές του. Ώς υμνογράφος διακρίθηκε για το βαθύ περιεχόμενο και το γλαφυρό ύφος, παρουσιάζοντας υψηλές δογματικές έννοιες, συναγωνιζόμενος αρχαιότερους ομοίους του. Ο άγιος ως Βατοπαιδινός μοναχός και Λαυριώτης ηγούμενος, μητροπολίτης Ηρακλείας και οικουμενικός πατριάρχης αγωνίσθηκε παντού και πάντοτε με αυταπάρνηση και αγάπη για την Εκκλησία, πού στη διακονία της έθεσε τον λόγο και τη γραφίδα του. Υπεράσπισε με σθένος την Ορθοδοξία, ανέπτυξε σχέσεις με τα άλλα πατριαρχεία, βοήθησε τις Σλαβικές Εκκλησίες, έξουδετέρωσε τις προσηλυτιστικές προσπάθειες των Λατίνων και αναδείχθηκε σε σεβάσμιο εκκλησιαστικό και έθνικό άνδρα. Παραιτήθηκε της πατριαρχείας το 1376 λόγω γήρατος και έκοιμήθη το 1379. Κηδεύτηκε με βασιλικές τιμές κι ετάφη στη μονή του Ακαταλήπτου. Ο τάφος του έγινε πηγή θαυμάτων.

Νωρίς τιμήθηκε ως άγιος κι αγιογραφήθηκε στο Καθολικό της μονής Ρασάβα της Σερβίας από συμπατριώτες του Θεσσαλονικείς ζωγράφους. Σε Καθολικά του Αγίου Όρους αγιογραφείται στις Λιτές μεταξύ των υμνογράφων. Στα τέλη του 18ου αιώνα ανώνυμος λόγιος Φιλοθεΐτης μοναχός έγραψε ωραία βιογραφία και άσματική ακολουθία. Στο Άγιον Ορος υπάρχουν τρεις κώδικες με τον βίο και την ακολουθία του αγίου Φιλοθέου. Νεώτερη ακολουθία σύνθεσε ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης.

Η μνήμη του εορτάζεται την Ε’ Κυριακή των Νηστειών, τιμάται και στις 11 Οκτωβρίου ως διάσημος ασκητής, μοναχός και φύλακας της Ορθοδοξίας, συγκαταλεγόμενος μετά των αγίων Φωτίου, Μάρκου του Ευγενικού και Γρηγορίου του Παλαμά.

Πηγή: Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, Βατοπαιδινό Συναξάρι

Έκδοσις: Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος, 2007

 

Εύρεσις της Τιμίας Ζώνης της Θεοτόκου, στα Φυρά της Θήρας (Σαντορίνης) το 1830 [10 Οκτωβρίου]

Σχολιάστε

 

Όπως αναφέρουν πολλές γραπτές μαρτυρίες της Ιεράς, σεβάσμιας και αυτοκρατορικής Μονής του Βατοπαιδίου Αγίου Όρους, ακόμα  δε και Θηραϊκό έγγραφο του έτους 1830, κατά το μήνα Ιούνιο του 1820 εστάλησαν στη Κρήτη για τη  διάσωσή της,  από την επιδημία πανώλης, ιερά λείψανα, ανάμεσα στα οποία  η Τιμία Ζώνη της Θεοτόκου, τμήμα του Τιμίου Ξύλου, εντός Τιμίου Σταύρου και η κάρα του αγίου Ανδρέα, επισκόπου Κρήτης του Ιεροσολυμίτου, με τη συνοδεία των ιερομόναχων Νεοφύτου και Αμβροσίου, του ιεροδιακόνου Παρθενίου και των μοναχών Διονυσίου και Δωροθέου.
Λόγω  των ανελέητων σφαγών των Τούρκων, οι μεν δύο ιερομόναχοι και ο μοναχός Διονύσιος θανατώθηκαν, ο δε ιεροδιάκονος και ο μοναχός Δωρόθεος, στη προσπάθειά τους να διαφυλάξουν τα άγια λείψανα, κατέφυγαν στο Αγγλικό προξενείο. Όμως και σε αυτό ο κίνδυνος σφαγής ήταν ορατός. Φύλαξαν, λοιπόν, την Τιμία Ζώνη  στο τζεπχανέ (αποθήκη), μαζί  με όλα τα αφιερώματα των χριστιανών και τη  νύχτα από τα παράθυρα του προξενείου τους κατέβασαν  στο λιμάνι του Ηρακλείου, όπου τους περίμενε πλοίο έτοιμο για να τους μεταφέρει στο Άγιον Όρος .
Και οι  πρόξενοι απειλούμενοι από τους άγριους Οθωμανούς, άρχισαν ν’ αναχωρούν ο ένας μετά τον άλλον για την Ευρώπη, για λόγους   ασφάλειας.
Το πλοίο, όμως, του Άγγλου προξένου Δομίνικου Σανταντωνίου,  στο οποίο είχε επιβιβαστεί με την οικογένειά του και που είχε μαζί της  τα ιερά λείψανα, λόγω του αντίθετου  ανέμου και απειλούμενο από τα πλοία  του Τούρκικου στόλου, προσέγγισε στο λιμάνι  της Σαντορίνης στις  αρχές του  1821, όπου και παρέμεινε . Από τον όρμο Αθηνιός του νησιού, ο πρόξενος ανέβηκε στα Φυρά, κρατώντας κρυμμένα τα άγια λείψανα ακόμα και από τους Βατοπαιδινούς μοναχούς. Παραδόξως, όμως, εκεί  συνάντησε αρκετούς  Κρήτες πρόσφυγες,  γνωστούς στη οικογένειά του.
Λόγω δε των πολεμικών επιχειρήσεων της Ελληνικής Επαναστάσεως, ο πρόξενος αποφάσισε να παραμείνει  στη Σαντορίνη, όπου του πρόσφεραν  άριστη φιλοξενία οι  Καθολικοί του τόπου προς τους οποίους πρόσφερε και ο ίδιος  αρκετές  υπηρεσίες, ως χειρουργός γιατρός. Για δέκα χρόνια  τα αναφερόμενα λείψανα τα είχε με επιμέλεια κρυμμένα,  με σκοπό στο μέλλον να τα μεταφέρει σε πόλεις της Ευρώπης και να τα πουλήσει.
Μετά από λίγο καιρό όμως, οι Κρήτες πρόσφυγες του νησιού αποκάλυψαν το μυστικό, ότι δηλαδή ο Άγγλος πρόξενος κατέχει την Τιμία Ζώνη και τα άλλα άγια λείψανα.
Όταν η είδηση διαδόθηκε μέχρι  το Άγιον Όρος, ήλθαν να τα  παραλάβουν  δύο Βατοπαιδινοί μοναχοί, ο Διονύσιος και ο Στέφανος, έχοντας μαζί τους και τα επίσημα μοναστηριακά Γράμματα για  την κυριότητα των λειψάνων, οι οποίοι και πληροφόρησαν σχετικά τον επίσκοπο Σαντορίνης Ζαχαρία.
Αμέσως ο ζηλωτής εκείνος ποιμένας  επισκέφτηκε με τον αρχιδιάκονό του Σεραφείμ Καΐρη και τον Αστυνόμο Αντώνιο Ν. Σιγαλά  στην οικία του τον Άγγλο πρόξενο, τον οποίο και παρακάλεσαν, να τους  παραδώσει τα Άγια λείψανα. Εκείνος, όμως, αρνιόταν να το κάνει , δικαιολογούμενος ότι πιέζεται «υπό του δαίμονος της γυναικός του Στεφανίας», συμφώνα με το θηραϊκό έγγραφο. Τότε ο αστυνόμος μάζεψε όλους τους ορθόδοξους χριστιανούς, κλήρο και λαό, έξω από το σπίτι  του προξένου, στα Φυρά, με τα  λάβαρα και τα εξαπτέρυγα ενώ οι  καμπάνες των εκκλησιών  κτυπούσαν  χαρμόσυνα.
Εξαιτίας όλων αυτών, ο πρόξενος Δομίνικος φοβήθηκε το λαό των ορθοδόξων, που  παρέμεινε αμετακίνητος  όλη τη νύκτα της 9ης προς τη 10η Οκτωβρίου 1830 έξω από  το σπίτι του, και αφού  άφησε για λίγο μόνους τους επισκέπτες, πήγε στο εσωτερικό του σπιτιού του και επανήλθε σε λίγο έχοντας  την έκφραση του προσώπου του αλλοιωμένη.
Αφού δε ετοίμασε τραπέζι, ξαναέφυγε, γύρω στις δύο μετά τα μεσάνυχτα. Όταν δε γύρισε ανακοίνωσε ότι πήγε στο μοναστήρι των Φράγκων και πήρε  το κιβώτιο με τα άγια λείψανα. Αμέσως άναψε στο τραπέζι είκοσι κηροπήγια και αφού θυμίασε το σπίτι του, τους παρευρισκομένους επισκέπτες και τους δύο Βατοπαιδινούς πατέρες, οι οποίοι έφθασαν εν τω μεταξύ, έλαβε με ιεροπρεπή κίνηση τα άγια λείψανα, τα ανύψωσε κλαίγοντας  και τα παρέδωσε στα χέρια του αγίου αρχιερέως Σαντορίνης, ο οποίος «κλίνας γόνυ ψυχής και σώματος» τα προσκύνησε με ιερή συγκίνηση και ανέκφραστη χαρά.
Η Θεοτόκος έδειξε και πάλι το θαύμα Της!
Μετά την Ακολουθία του αγιασμού, ο μεν επίσκοπος σήκωσε το χρυσό κιβώτιο με την Τιμία Ζώνη, οι δε αγιορείτες μοναχοί τα άλλα δύο ιερά λείψανα και συνοδευόμενοι από τον ιερό κλήρο και το λαό, έφθασαν με πομπή στον Μητροπολιτικό  ναό  της πόλεως των Φυρών, όπου  έγινε ευχαριστήρια  δοξολογία  προς τον πανάγαθο Θεό. Όχι δε μόνον οι ορθόδοξοι, αλλά και αυτοί οι Φράγκοι ήρθαν «συν γυναιξί και τέκνοις» και προσκύνησαν με πολλή ευλάβεια, ενώ πολλοί από πάθη θεραπεύτηκαν και όσοι είχαν δαιμόνια φώναζαν ότι φεύγουν για την δύναμη της Τιμίας Ζώνης!
Στη συνέχεια οι Βατοπαιδινοί πατέρες τη μετέφεραν για  αγιασμό  στα υπόλοιπα χωριά  του νησιού, όπου «ο λαός ως σμήνος μελισσών» ερχόταν , να προσκυνήσει το άγιο Θεομητορικό λείψανο, το οποίον «ευωδίαζε άρρητον ευωδία», κατά την ακριβή διατύπωση του Θηραϊκού εγγράφου.
Μετά τρείς  μήνες, από τήν ημέρα της ευρέσεως, οι μοναχοί συνοδευόμενοι από πολλούς  κατοίκους των Θυρών, που έφεραν συνεισφορές των χριστιανών, αφιερώματα και δωρεές – μεταξύ των οποίων πεντάφωτη χρυσή λυχνία με  το όνομα «ΘΗΡΑ» – έφεραν τα  ιερά λείψανα στη Μονή Βατοπαιδίου, και όλοι οι μοναχοί με πνευματική χαρά, έκαναν «παννύχιο αγρυπνία» την ήμερα εκείνη. Επίσης έκριναν  σωστό, όπως ο εορτασμός της ευρέσεως και φανερώσεως της Τιμίας Ζώνης γίνεται κάθε χρόνο  τη δεκάτη  Οκτωβρίου, εις τιμήν και μνήμη της Ύπεραγίας Θεοτόκου, γεγονός το οποίο συνεχίζεται ως  σήμερα.

 

πηγή: Ματθαίου Ε. Μηνδρινού, Ασματική Ακολουθία εις ανάμνησιν της ευρέσεως της Τιμίας Ζώνης της Θεοτόκου

 

Older Entries