Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός

Αδελφοί και πατέρες, όσοι επωμίστηκαν το ζυγό του Κυρίου και φέρουν συνεχώς το ελαφρό φορτίο, δεν θα αργήσουν να αισθανθούν τη γλυκύτητα και την πραότητά του, γιατί πραγματικά «γινώσκει Κύριος τους όντας αυτού» (Β Τιμ. β, 19). Τότε ενθυμούμενοι «πάσας τας ανταποδόσεις αυτού» (Ψαλμ. ρβ, 2), θα ψάλλουν με το Δαυΐδ: «Ιδού τα χείλη μου ου μη κωλύσω, Κύριε, συ έγνως. Την δικαιοσύνην σου ουκ έκρυψα εν τη καρδία μου• την αλήθειάν σου και το σωτήριόν σου είπα. Ουκ έκρυψα το έλεός σου• και την αλήθειάν σου από συναγωγής πολλής» (Ψαλμ. λθ, 9-1θ). Η εγκράτεια, η νηστεία και γενικά η αγωνιστικότητα, στην οποία περιλαμβάνεται κάθε μορφής κακοπάθεια, είναι το πρώτο και κύριο μέσο για τη «νέκρωση των μελών των επί της γης» (Κολ. γ, 5), της κτηνώδους φιλαυτίας και των σκιρτημάτων της σάρκας. Για όσους σήκωσαν στους ώμους τους την πολύφορο φιλοπονία, που εμπεριέχει το νόημα του Σταυρού, αυτό είναι πρωταρχικό καθήκον. Τα ψυχικά όμως νοσήματα και αυτά της ταραγμένης καρδιάς, κατευνάζονται με την ανάγνωση των θείων Γραφών και των πατερικών νοημάτων, μαζί με την επίμονη προσευχή.

Εμείς, που ζούμε σε κοινοβιακό σύστημα, φθάνουμε σ αυτήν την ελευθερία με τη μεταξύ μας καλή συμπεριφορά, εάν «νομίμως αθλούμε» (Β Τιμ. β, 5). «Έκαστος ημών τω πλησίον αρεσκέτω εις το αγαθόν προς οικοδομην» (Ρωμ. ιε, 2) « και μηδείς το εαυτού ζητείτω αλλά το του ετέρου» (Α Κορ. ι, 24). Και το ανώτερο καθήκον είναι ότι « οφείλομεν υπέρ των αδελφών τας ψυχάς τιθέναι» (Α Ιω. γ, 16). Ποια αξία έχουν, αν κάνουμε σύγκριση, οι μικροί μας αγώνες με τα αιώνια αγαθά, που μας χαρίζει ο Θεός;

Στην πρακτική όμως ενέργεια της αγωνιστικότητας χρειάζεται ευμέθοδος τρόπος. Και λόγω της δικής μας αδαότητας και απειρίας, αλλά και εξαιτίας της δολιότητας του Πονηρού. Όποιος θέλει να αθλήσει νόμιμα και να στεφανωθεί από το Θεό, να μην απογοητεύεται, εάν κάνει κάποιο σφάλμα και πέσει ή αποτύχει σε κάποια προσπάθεια εναντίον κάποιου πάθους, ή δεν τηρήσει κάποιο πρόγραμμα που ο ίδιος όρισε. Δεν πρέπει να παραμείνει αδρανής, αλλά ξανά και ξανά να επιχειρεί επικαλούμενος τη μητρική ιδιότητα της Χάρης, έστω και αν αυτός ο αγώνας διαρκέσει σ όλη του τη ζωή.

Πολλές φορές η Χάρη του Θεού θέλει να τον ανεβάσει σε ψηλότερη αξία στο μέλλον, επειδή βλέπει ότι η πρόθεσή του είναι ομολογιακή. Οι σωματικοί κόποι και οι στεναγμοί της καρδιάς, το διαρκές πένθος και τα δάκρυα είναι τα βραβεία της προκοπής. Δίκαια θ ακούσει την ευλογία από το Θεό: «Ευ δούλε αγαθέ και πιστέ» (Ματ. κε, 21). Αν και πιεζόσουνα και ήσουν, κατά κάποιο τρόπο, παραθεωρημένος απο την αντίληψη της Χάρης, δεν έπαψες να πιστεύεις και να ελπίζεις. Γι αυτό «είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου» (Ματ. ια, 28), που θα είναι η αίσθηση της πνευματικής συγγένειας. Εκεί ο Κύριός μας αποδεικνύεται ως πραγματικός Πατέρας στους «κοπιώντας και πεφορτισμένους» (Ματ. ια, 28) ανύστακτα.

Ας μη νυστάξουμε, αδελφοί μου, αλλά ο καθένας ας επιμελείται δ,τι προκύπτει από τη διακονία και την ικανότητά του, γιατί η λήξη, το τέλος της πανήγυρης της εδώ ζωής, δεν θα αργήσει να έλθει. Τότε ο καθένας θα αμειφθεί κατά την προσφορά και την εργασία του.

Πόσο ωφέλιμη και καρποφόρα είναι η καρτερία και ανεκτικότητα ιδιαίτερα στους ασθενέστερους και ευμετάβλητους, που εύκολα παρασύρονται και αντί να μετανοούν και να διορθώνονται, αναζητούν «φύλλα συκής» για να καλύψουν τη δική τους γύμνωση και ιδιορρυθμία.

Το παν στον άνθρωπο είναι η θέληση. Η θέληση είναι το σπουδαιότερο στοιχείο της ελευθερίας του ανθρώπου. Δεν μπορεί φυσικά μόνη της να επιτύχει. Εκλέγει όμως και αποφασίζει. Αυτή προκαλεί τη θεία επέμβαση, την οποία ο Θεός δεν πραγματοποιεί εάν δεν προηγηθεί η ελεύθερη εκλογή της προσωπικότητας. Διατήρησε ο δημιουργός την κυριότητα και ελευθερία του ανθρώπου και μετά την αποκοπή και την πτώση του απ αυτόν.

Οσοι θέλουν να επιστρέψουν στους κόλπους της θείας παναγάπης, την οποία μας χάρισε με την παρουσία του ο Χριστός, πρέπει να αποδείξουν έμπρακτα ποιά είναι η θέλησή τους. Με την υπακοή και υποταγή στο θείο θέλημα, επεμβαίνει η θεία Χάρη, την οποία επικαλούμαστε, και τότε « τα ασθενή θεραπεύει και τα ελλείποντα αναπληροί».

Οποιοσδήποτε άνθρωπος θέλει πραγματικά να σωθεί, δεν τον εμποδίζει ούτε ο καιρός, ούτε ο τόπος, ούτε το επάγγελμα. Φτάνει να αφήσει. το δικό του θέλημα στην υπακοή τον θείου θελήματος. Πρέπει όμως να γνωρίζουν, όσοι θέλουν να ακολουθήσουν την πορεία της μετάνοιας, ότι στην αρχή θα κοπιάσουν αρκετά. Όχι τόσο εναντίον των πονηρών πνευμάτων, που είναι πάντοτε αντίθετα και εχθρικά. Ούτε και κατά της αιχμαλωσίας των παθών που επικράτησαν, αλλά ιδιαίτερα θα αγωνιστούν εναντίον της πονηρής και κακής συνήθειας, που γίνεται τυραννική, ιδίως στους αυταρχικούς τύπους και υποτελείς της εγωιστικής έπαρσης, που στους καιρούς μας περισσεύει.

Όταν συμβουλεύουμε ότι πρέπει να « καταποθή το θνητόν υπό της ζωής» (Β Κορ. ε, 4), εννοούμε να καταργηθεί το σαρκικό φρόνημα. Τότε ο άνθρωπος γίνεται πνευματικός και ακώλυτα η Χάρη τον επισκέπτεται και παραμένει κοντά του. Αυτός δεν θέλει πλέον το δικό του θέλημα και όσα ανήκουν στη φιλαρέσκειά του, αλλά μόνο το θείο θέλημα. Όλη του η προσπάθεια, η σπουδή και η επιθυμία είναι να προσέχει και να εφαρμόζει τις θείες εντολές.

Όπως και άλλοτε τονίσαμε, η ευσυνείδητη τήρηση των εντολών είναι ολοκληρωμένη ομολογία, που είναι ο σκοπός της προσωρινής αυτής ζωής. Όταν αυτό γίνεται, αποδεικνύεται ότι ο άνθρωπος πέθανε για τον εαυτό του, και ζει μόνο για το Θεό, δηλαδή για το θέλημά του. Ως πιστός πλέον δούλος, η καλύτερα φίλος, δικαιούται τις θείες δωρεές. Μια εξαιρετική δωρεά είναι η ανάνηψη του νου από το λήθαργο της αναισθησίας και της αισχρής δουλείας του παράλογου, στο οποίο προηγουμένως βρισκόταν.

Όταν ο νους αρχίσει να βλέπει, θα δει πρώτα τον πλησιέστερό του εαυτό. Ποιος ήταν κατά τη δημιουργία και ποιος είναι τώρα. Αυτό του προκαλεί ταπείνωση, που είναι και ο πρώτος σταθμός της αποθεραπείας τον. Νοιώθοντας ντροπή ο νους για το νοερό και θεοειδές της ψυχής του, αποφεύγει κάθε έπαρση, προτιμά τα ταπεινά, αυτά που έχουν κόπο και αφάνεια και γενικά ξυπνά μέσα του η δίψα να ευεργετεί και να αναπαύει τους άλλους, ενώ το δικό του θέλημα το βδελύσσεται και το αποστρέφεται ολοκληρωτικά. Τότε ριζώνει μέσα του η επιμονή στο πρόγραμμα της πνευματικής ζωής και ουδέποτε σπαταλά άσκοπα το χρόνο του και τα μέσα που έχει για να διακονεί.

Η ταπείνωση από αυτήν την αυτογνωσία, όσο δυναμώνει, δίνει την πληροφορία ότι είναι γέννημα της γνώσης και η γνώση πάλι ότι είναι γέννημα των πειρασμών, που υπέμεινε ο αγωνιστής παιδευόμενος ποικιλότροπα «δια τους λόγούς των χειλέων» (Ψαλμ. ις, 4) του Κύρίου μας, δηλαδή για την εφαρμογή τον πανάγιου θελήματός του.

Μετά αρχίζει η προσευχή, ως αχώριστο στοιχείο σ αυτόν που γνωρίζει την αδυναμία του, αλλά και ως αναγκαίος τρόπος πληρότητας. Όπως νοιώθει κανείς για τη συντήρησή του την τροφή και το νερό, ως ανάγκες απαραίτητες, έτσι νοιώθει και την προσευχή.

Αναφέραμε με μεγάλο κόπο, τίμιοί μου αδελφοί, σαν εισαγωγή, τους τρόπους και τα ιδιώματα των ενεργειών της μετάνοιας. Αυτά όμως, ως βραβεία, δεν δίνονται στους ράθυμους και αμελείς, όπως η δική μου αθλιότητα, αλλά στους φιλόπονους και νπάκουους, που αγόγγυστα σηκώνουν το σταυρό της ομολογίας τους, χωρίς αντιλογία, χωρίς περιέργεια, χωρίς ίχνος κρίσης η απόφασης που λαμβάνεται, χωρίς την άδεια και ευλογία του πνευματικού τους αρχηγού.

Με λυπη μου διαπιστώνω ότι γίνονται λάθη με «δεξιές» προφάσεις. Αυτά είναι πολυ επικίνδυνα, γιατί τα καλυπτει ο σκοτεινός πέπλος της αυτοπεποίθησης• γίνονται δηλαδή, δήθεν, χάριν της ευλάβειας και της αγωνιστικότητας. Οι Πατέρες μας καυτηριάζουν δριμύτατα αυτούς τους αναρχισμούς. Σ ένα απόφθεγμά τους αναφέρουν: «Εάν νεώτερος αναβαίνει προς ουρανόν τω ιδίω θελήματι, κράτησον αυτού τον πόδα». Και η Γραφή: « Ουαί οι συνετοί εν εαυτοίς και ενώπιον εαυτών επιστήμονες» (Ησ. ε, 21). Η ακαταστασία σε ολόκληρη τη συμπεριφορά δεν είναι δείγμα αθεοφοβίας και ζωής χωρίς πρόγραμμα; «Πάντα ημών ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω» (Α Κορ. ιδ, 4θ), γιατί «εν οις ουκ έστι κυβέρνησις πίπτουσι ώσπερ φύλλα», όπως λέει ο μέγας Πατέρας της Εκκλησίας, Εφραίμ ο Σύρος. Και αυτή η σεμνότητα του χαρακτήρα μας πείθει τους πιστούς, ότι πράγματι μαζί μας υπάρχει η Χάρη του Θεού. Να μην αναφέρουν οι ακατάστατοι κοινοβιάτες πράξεις και διδάγματα μεμονωμένων αυστηρών ασκητών, οι οποίοι είχαν στην προσωπική τους άσκηση, στους τόπους που διέμεναν, το σκληρό, το ατημέλητο και το απόκοσμο. Κάθε ένας όπως και όπου « εκλήθη εκεί και μενέτω» (Α Κορ. α, 18), γιατί για τον εαυτό του και για τη θέση τον θα απολογηθεί. Και όπως, κατά τον Παύλο, «βρώμα ου παρίστησι τω Θεώ» (Α Κορ. η, 8) και εμείς λέμε, ούτε το σχήμα «παρίστησι», αλλά το ταπεινό φρόνημα και η διάθεση υπακοής, σύμφωνα με το ζωντανό παράδειγμα του Κυρίου μας.

Ας προσέξουμε, αδελφοί μου, στο νόημα και την πατερική μας γραμμή, που τόσο πλούσια καθημερινά μελετούμε, γιατί ο Θεός «ου μυκτηρίζεται» (Γαλ. στ, 7). Ούτε τα κούφια σχήματα μετριούνται ως αρετές. Αυτός που έχει υπακοή είναι μεγάλος και κερδισμένος σύμφωνα με όλες τις πατερικές υποδείξεις. Να είμαστε ανεκτικοί και συμπαθείς. Να καλύπτουμε αντί να κρίνουμε τον αδελφό μας. Ολοι μας πειραζόμαστε• « ος μεν ούτως ος δέ ούτως», ύμφωνα με την περιεκτική πρόνοια του Κυρίου μας. Όταν η θεία Χάρη κρύβεται, είτε για δικά μας λάθη, είτε για τους λόγους της πανσοφίας της, τότε όλοι γλυστρούμε και τότε χρειάζεται συμπάθεια και όχι κατάκριση.

Οι «κατά μόνας ασκήσαντες» Πατέρες, κατά τις διάφορες περιόδους της εκκλησιαστικής μας Ιστορίας, είχαν σε μεγάλο βαθμό μέσα τους, ως πρόθεση και έξη, την αυστηρή φιλοπονία. Πράγματι οι βιογραφίες τους καταντούν τρομακτικές από την αυταπάρνηση που εφάρμοσαν. Με την ισχυρή πίστη στο Θεό, που λάτρευαν και διακονούσαν γνήσια, υπέμειναν τα πάντα.

Η πλειονότητα όμως των Πατέρων, που διέπρεψαν και οργάνωσαν βατό και προσιτό το μοναχικό βίο, ήταν αυτοί που ζούσαν στο κοινοβιακό σύστημα, που και απλούστερο είναι και ευκολώτερα επιτυγχάνεται, για την πληρέστερή του οργάνωση και την ελευθερία που δίνει. Η οργάνωση και ο προγραμματισμός του κοινοβίου απαλλάσσει τα μέλη του από τη μέριμνα για τα απαραίτητα, ειδικά βοηθούνται οι ασθενέστεροι, που είναι πάρα πολλοί στη δική μας εποχή.

Αυτό το διαπίστωσα και προσωπικά, γιατί δοκίμασα σχεδόν όλες τις μορφές της μοναχικής ζωής. Δεν υποβιβάζω τον ανώτερο τρόπο της απόλύτης αυταπάρνησης και της ολοκληρωτικής αφιέρωσης προς το Θεό, που και με τον οσιώτατό μας Γέροντα ζήσαμε. Πέραν της δυσκολίας του ψηλού πνευματικού στίβου, με την απαιτούμενη ακρίβεια του νου και τη λύσσα των πονηρών πνευμάτων, υπήρχαν και οι έστω μικρές ανάγκες της αυτοσυντήρησης, που υποχρέωναν την παραβίαση του αυστηρού προγράμματος της εσωστρέφειας. Έπρεπε κάποιος να διακονήσει και αυτός ήταν ο ίδιος, που ζούσε σ αυτό το πρόγραμμα. Αυτό προκαλούσε μόνιμη ταραχή, που κόστιζε στο πρόγραμμα.

Στο κοινοβιακό σύστημα αυτή η φροντίδα απουσιάζει. Για όλα μεριμνά το ίδιο το σύστημα. Κανένας, εκτός από το διακόνημά του, δεν μεριμνά ούτε και για τα πιο απλά στοιχεία της συντήρησής του. Σαν καθολικό του επάγγελμα έχει την καταπολέμηση των παθών και των επιθυμιών. Έχει όχι μόνο την πίστη, αλλά και τον Ηγούμενο, ως πνευματικό πατέρα και οδηγό. Και έτσι μιμείται το κύριο πρότυπό μας, το Χριστό, που προβάλλει συνεχώς, ως αρχηγό του, τον Πατέρα.

Και πάλι υπενθυμίζουμε την ακριβή πορεία της στράτευσής μας. Επειδή φοβούμαστε την κρίση και άρα την Κόλαση, τηρούμε τις εντολές. Όποιος τηρεί τις εντολές υπομένει τις θλίψεις. Όποιος υπομένει τις θλίψεις αποκτά την ελπίδα στο Θεό, η οποία απαλλάσσει από τη μάστιγα της μέριμνας. Σ αυτήν την ευλογοφανή μέριμνα ρίχνει ο Πονηρός τα πολύπλοκά του βέλη, με ακατονόμαστες προφάσεις και κινδυνολογίες. Με την αμεριμνία, που επιτυγχάνεται με τη θεία Χάρη, όπως περιγράψαμε, πλησιάζει η αγάπη του Θεού, που μας δίνει την πληροφορία για την ελευθερία από τα πάθη.

Advertisements