ΚΑΤΗΧΗΣΗ 14η – Οι εντολές των μακαρισμών του Κυρίου

Σχολιάστε


(Βατοπαιδινές Κατηχήσεις-Γέροντος Ιωσήφ του Βατοπαιδινου)

Αδελφοί και πατέρες, σε προηγούμενη κατήχηση αναφερθήκαμε στις σωματικές πράξεις, ως βοηθητικά μέσα της έμπρακτης μετάνοιας. Σήμερα θα αναφερθούμε στις εντολές, που βρίσκονται στους μακαρισμούς του Κυρίου μας και όπως οι θείοι Ευαγγελιστές μας τους περιγράφουν. Θα προσπαθήσουμε με τη βοήθεια της εμπειρίας των Πατέρων μας, να αναλύσουμε τον τρόπο με τον οποίο καταλήγει κάποιος στο έπαθλο τον θείου μακαρισμού, που θα είναι ο σκοπός της πίστης και του αγώνα μας.
Πρώτη εντολή και καθήκον ο θείος φόβος. «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου» (Παρ. α, 7). Ο φόβος του Κυρίου, δεν είναι ο κατά κόσμο πανικός της δειλίας και του τρόμου, αλλά η υποταγή στο θέλημα αυτού που αγαπούμε. Προέρχεται από αγάπη και σεβασμό, όπως συμβαίνει στα παιδιά, που η φροντίδα και η σπουδή τους είναι να μη λύπήσούν το φιλόστοργο πατέρα τους, τον οποίο δεν φοβούνται, αλλά αγαπούν. Αυτό λέγεται «φόβος του Πατρός». Τέτοιο φόβο και μεις χρωστούμε στο Θεό και Πατέρα μας. Με την επήρεια αυτού του φόβου, επειδή δεν θέλουμε να προσκρούσουμε στην αγάπη του, τηρούμε με ακρίβεια τις εντολές του.
Όπως κάθε αρχή γίνεται από το Θεό, έτσι και στους θείους μακαρισμούς. Η προφητική διόπτρα εκφράζει τα ιδιώματα του θείου φόβου ως βάσης κάθε καλής αρχής με τον εξής τρόπο: «Πνεύμα σοφίας και συνέσεως, πνεύμα βουλής και ισχύος, πνεύμα γνώσεως και ευσεβείας, πνεύμα φόβου Θεού» (Ησ. ια, 2, 3).
Αλλά και ο Κύριός μας στον πρώτο του μακαρισμό «μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι», στο θείο φόβο αναφέρεται. Τι είναι η μακάρια ταπείνωση παρά απόλυτος θείος φόβος και ολοκληρωτική υποταγή και εξάρτηση; Οι πρακτικώτεροι τρόποι για την απόκτηση του θείου φόβου, που προέρχεται από την ταπείνωση, είναι η υπόμνηση των πολλών σφαλμάτων και χρεών μας και η υπόμνηση των θείων ευεργεσιών, που ο καθένας αξιώθηκε από το Θεό. «Μη επιλανθάνου πάσας τας ανταποδόσεες αυτού» (Ψαλμ. ρβ, 2).
Η βαρύτητα της ενοχής μας και η αμέτρητη φιλανθρωπία του Θεού σε μας, όταν με ησυχία και προσοχή υπολογίζονται, γεννούν την κατά Θεό λύπη και το πένθος, το άξιο μέσο του δεύτερου μακαρισμού.
Από την εμμονή στο πένθος, γεννιέται το δάκρυ και ο «κλαυθμός». Το βεβαιότερο δείγμα ότι η προσευχή πλησίασε την πόρτα του ελέους και έγινε μάλλον δεκτή, αφού η έννοια του πένθους παρατείνεται. Στην μακάρια αυτή στάση και θέση του πένθους και του κλαυθμού, ποιο από τα πάθη και τις έξεις της διαστροφής του παλαιού ανθρώπου μπορεί να πλησιάσει ή να προκαλέσει; Ποια επιθυμία εμπαθής, ποιος θυμός εκδίκησης, ποια ακηδία ή ραθυμία, ποιος γογγυσμός ή άλλη έννοια του εμπαθούς βίου και των παλιών συνηθειών τολμά να εμφανιστεί στη διάνοια και καρδιά που κλαίει, όταν το βέλος του κλαυθμού και του πόνου βρίσκεται παρόν;
Όχι μόνο τις παράλογες ορμές των παθών και συνηθειών καταργεί το πένθος, αλλά και αυτές ακόμα τις φυσικές ανάγκες της βιολογικής σύστασης αποκοιμίζει, ώστε, κατά τη Γραφή, «επιλανθάνεται του φαγείν τον άρτον αυτού» (Ψαλμ. ρα, 4), ο κατακτητής του δεύτερου μακαρισμού, της μακαριώτατης πραότητας. Σ αυτήν ο «Κύριος διδάξει πραείς όδους αυτού» (Ψαλμ. κδ, 9).
Πόσο είναι απαραίτητη, σε μας τους μοναχούς, η ιερώτατη στολή της πραότητας, για να έχουμε αρμονία στη ζωή μας και ειρηνική διαβίωση! Ζούμε, στη μονή, ένα πλήθος ανθρώπων από διαφορετικά γένη και φυλές, με διαφορετικές γνώμες. Και πρέπει να έχουμε ειρηνική συμβίωση και συμφωνία. Ποιά γνώμη, διάθεση και συμπεριφορά, θα είναι ικανή να προκαλεί αυτήν τη συμφωνία, παρά η μακάρια πραότητα, που είναι ο χαρακτήρας του Κυρίου μας;
Γι αυτό, παρακαλώ, παραμένετε ακούραστα και επίμονα στα στοιχεία που προανάφερα, που προκαλούν την ευλογία με τη Χάρη του Χριστού. Ας μην ξεχνούμε αυτήν τη βάση του δικού μας προορισμού, της θεοειδούς μας φύσης και προσωπικότητας. Μόνο η ειρηνική και πράη θέληση και συμπεριφορά μας καθιστά αντίτυπα του προτύπου μας. «Αυτού γάρ εσμεν ποίημα, κτισθέντες εν Χριστώ Ιησού… και αυτός γάρ εστιν η ειρήνη ημών και άρα ουν ουκέτι εσμέν ξένοι και πάροικοι, αλλά συμπολίται των αγίων και οικείοι του Θεού» (Εφ. β, 10, 14, 19). Δεν θέλουμε και μεις να ακούσουμε από τον Κύριό μας, όπως οι θεοφόροι Πατέρες των οποίων συνεχίζουμε την πορεία, «μακάριοι οι πραείς, ότι υμείς κληρονομήσετε την γην» ; (Πρβλ. Ματ. ε, 5). Τι άλλο είναι η πραότητα, παρά ύλη ταπείνωσης, ομοίωμα θείας στολής και μορφής;
Και στην καθημερινή μας ζωή, που συνεχώς δεχόμαστε νέους μοναχούς, ευέλπιδες της ουράνιας στρατιάς και άρα αδαείς και άπειρους της εν Χριστώ ζωής, ποια άλλη δική μας συμπεριφορά θα είναι ικανή να τους βαστάσει και να τους παιδαγωγήσει, για να αποκτήσουν τις αρετές, από την πραότητα και υπομονή; Το σημερινό κοινωνικό βίωμα, που με πόνο αντιμετωπίζουμε, δεν είναι η πραγματική παραμόρφωση και ολική συντριβή της προσωπικότητας; Που θα εφαρμοστεί η καθολική εντολή του Κυρίου μας, το «αγαπάτε αλλήλους» (Ιω. ιγ, 34) και «μηδείς το εαυτού ζητείτω αλλά το του ετέρου» (Α Κορ. ι, 24), όταν ο βύθιος δράκοντας διέστρεψε τα πάντα και στο δικό του ευαγγέλιο ανερυθρίαστα κηρύττει «ο θάνατός σας ζωή μου» και τα υπόλοιπα της «ολικής διαστροφής»;
«Στώμεν καλώς», αδελφοί, κρατώντας απαραχάρακτα το δικό μας πρόγραμμα, «ίνα τοις έμπροσθεν επεκτεινόμενοι» (Φιλ. γ, 13) αποταχθούμε, «ανεχόμενοι εν σπλάγχνοις Χριστού» (Φιλ. α, 8) τις άδυναμίες των μορφούμένων «εν Χριστώ», «αλλήλων τα βάρη βαστάζοντες» (Α Κορ. ι, 24). Λένε οι Πατέρες μας, πράγμα άλλωστε και σε μας γνωστό, ότι «ο βαστάσας ρήμα ασυνέτου ή προπετούς εις ώραν παραφοράς, επλήρωσε πάσαν την Γραφήν» και απέδειξε σύντομα τη φύση και το χαρακτήρα του τέλειου «εν Χριστώ» αναγεννημένου ανθρώπου, που δικαιούται να αισθάνεται υιός Θεού.
Όταν η Γραφή αναφέρει ότι ο Κύριος «διδάξει πραείς οδούς αυτού» (Ψαλμ. κδ, 9), δεν σημαίνει αυτό ότι από μέρους και «εν καιρώ» θα δεχθονν θεία πληροφορία, αλλά θείο και μόνιμο φωτισμό, που αποκτά ο νους του πράου και ταπεινού, τη Χάρη και αξία της πρώτης θεοείδειας. Έτσι γνωρίζει το βάθος και πλάτος και ύψος των αβυσσαλέων κριμάτων του Θεού και ουδέποτε φοβάται ή απορεί, ή διερωτάται «πως» και «γιατί». Τα πάντα διευθύνονται και λειτουργούν στο λαβύρινθο της φαινομενικής σύγχυσης και παρόλο που στα δικά μας μάτια φαίνονται παράξενα και ασυμβίβαστα, δεν είναι τίποτε λανθασμένο ή άδικο ή παραθεωρημένο. Η θεοπρεπής και απόλυτη θεία δικαιοσύνη αποδίδει στον καθένα και στον κατάλληλο χρόνο, αυτό που του ανήκει και που προκάλεσε με την πρόθεση και διαγωγή του και σε ποσότητα και σε ποιότητα. Όταν, με τη Χάρη, ο νους δεχτεί αυτόν το φωτισμό, τότε βασιλεύει η ειρήνη. Μοιάζει σαν να κάθεται σε ψηλό θεωρείο και να θαυμάζει την ακριβή και θεοπρεπή διοίκηση του δημιουργού, που ρυθμίζει τα πάντα κατά τη θεοπρεπή του δικαιοσύνη, οδηγώντας τα στο σκοπό της αρχικής δημιουργίας τους.
Η δύναμη που κάνει τον πιστό να παραμένει αμετάβλητος στις φαινομενικές ανωμαλίες και μετατροπές, είναι η βέβαιη πίστη, η πίστη της θεωρίας κατά την πατερική ορολογία, που τον εισάγει στους κόλπους της αλάνθαστης κηδεμονίας του Θεού και Πατέρα του. Ουδέποτε βλέπει η κρίνει αυτά που συμβαίνουν, όπως εκτυλίσσονται, αλλά διακρίνει την πανσθενουργό και αλάνθαστη πρόνοια του δημιουργού τους.
Απ εδώ αρχίζει η τέταρτη εντολή, που περιέχει ο μακαρισμός «μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην» (Ματ. ε, 4), δηλαδή το πλήρωμα της γεμάτης αρετές ζωής. Ο άνθρωπος διψά και πεινά κάθε δικαιοσύνη, δηλαδή κάθε σωματική και ψυχική αρετή. Αν και τις γεύεται και κατατρυφά σ αυτές, ο ερεθισμός της χάρης προκαλεί στους αγωνιστές της αυταπάρνησης και αυτοθυσίας, περισσότερη πείνα και δίψα. Όσο αισθάνεται την αποκάλυψη μερικών κρυμμένων μυστηρίων του Θεού, τόσο φλέγεται σε μεγαλύτερη δίψα. Και παρόλο που η θεία Χάρη με πολλούς τρόπους τον παρηγορεί, δεν καταπαύει η δίψα του λόγω της ακαταληψίας του Θεού.
Στο πλήρωμα αυτού του θείου φωτισμού, αν και ανθρωπίνως αυτά είναι ακατάληπτα και άρα ανερμήνευτα, φτάνει ο άνθρωπος στην πέμπτη εντολή, στο «μακάριοι οι ελεήμονες» (Ματ. ε, 7), που είναι το πλησιέστερο ιδίωμα του Θεού. Καμμιά άλλη αρετή δεν πλησιάζει και δεν περιγράφει τον απερίγραπτο, δεν ορίζει τον αόριστο, δεν εκφράζει τον ανέκφραστο, όσο η ελεημοσύνη. Τόση είναι η ύπαρξη και πραγματικότητα της ελεημοσύνης μέσα στο θείο είναι, που κατά τη Γραφή υπερνικά τη θεία δικαιοσύνη, «επεί κατακαυχάται έλεος κρίσεως». Ποια άλλη ίδιότητα της θείας παντοκρατορίας τον αναγκάζει να προνοεί για τα δημιουργήματα παρά η ελεημοσύνη του; Αν και η παρακοή, η απείθεια και η αποστασία των γύρω μας κτισμάτων παρατείνει την αυθάδεια, δεν ηττάται η ελεημοσύνη και συμπάθεια του πανάγαθου Θεου. Και αυτός είναι ο λόγος που υπάρχουμε και ελπίζουμε σε ανάσταση και σωτηρία, αφού, με την κένωσή του, μας παρέδωσε τη χάρη και εξουσία της ανάπλασής μας. Σ αυτήν την αρετή, ο Κύριός μας, επιμένει να τον μιμηθούμε. Και είναι δίκαιο τα παιδιά να φέρουν το χαρακτήρα του πατέρα τους. « Γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ υμών οικτίρμων εστί» (Λουκ. στ, 36). Τι άλλο σημαίνει το ότι «οφείλομεν υπέρ των αδελφών τας ψυχάς τιθέναι» (Α Ιω. γ, 16); Ασφαλώς αυτό είναι προϊόν της αγάπης. Και η αγάπη τι άλλο είναι και με ποιο τρόπο εφαρμόζεται, παρά μόνο με την ελεημοσύνη; Όταν ο άνθρωπος αξιωθεί, από τη Χάρη, αυτήν την αρετή και εργασία, δικαιωματικά κληρονομεί το μισθό με το «εν ω μέτρω μετρείτε μετρηθήσεται υμίν» (Ματ. ζ, 2).
Οι σύντομες αυτές περιγραφές μας πείθουν για τα αποτελέσματα και τους καρπούς των κόπων και προσπαθειών, όσων αγωνίζονται να τηρούν τις εντολές, που ο πνευματικός νόμος επιβάλλει σ όσους θέλουν να σωθούν. Αρχίζοντας από τις σωματικές εργασίες της απάρνησης των δικών μας εμπαθών ορέξεων και παθών, προχωρούμε στην άρνηση των εμπαθών νοημάτων. Μεταλλάσσουμε, με κόπο και με τον κατάλληλο τρόπο, το πονηρό στο αγαθό, το κακό στο καλό, το παράλογο στο λογικό και σωστό, σύμφωνα με το θείο θέλημα και με τη θεία εντολή.
Σημειώσαμε με συντομία τα ιδιώματα της λεγόμενης πρακτικής, κατά τους Πατέρες μας, και φθάσαμε στην πέμπτη βαθμίδα. Η θεία αυτή σκάλα, οδηγεί ψηλότερα στις διαβαθμίσεις της θεωρίας, που ανήκουν στους συνετούς εργάτες που τήρησαν την πρακτική. Το επόμενο σκαλοπάτι είναι το «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματ. ε, 8). Εδώ δεν χρειάζονται σχόλια ή ερμηνείες. Αμέσως πληροφούμαστε το αποτέλεσμα, που είναι όχι μόνο ο πόθος όλων των λογικών όντων, αλλά και ο σκοπός και το νόημά της κτιστής φυσης, που αν και εκτροχιάστηκε, για την ανθρώπινη παράβαση, την επανέφερε η θεία παναγάπη στην ισορροπία. Αρκεί να αποδείξει έμπρακτα ο άνθρωπος την υγιή και σωστή ομολογία έναντι της πρώτης προδοσίας και άρνησης.

ΚΑΤΗΧΗΣΗ 11η – Πιστοί στην πατερική μας παράδοση

Σχολιάστε

Από τις Βατοπαιδινές Κατηχήσεις Γέροντος Ιωσήφ του Βατοπαιδινού

Αδελφοί και πατέρες, σήμερα ορτάζουμε με ανείπωτη χαρά ένα θρίαμβο της Εκκλησίας μας.

Έναν πραγματικό ήρωα και γίγαντα της πατερικής μας στρατείας, το μέγα Γρηγόριο τον Παλαμά. Είναι πνευματικό γέννημα της μονής μας. Στο Βατοπαίδι προσήλθε και κατατάγηκε στην τάξη των μοναχών και αυτό είχε ως στάδιο και γυμναστήριο. Σώζονται μέχρι σήμερα τα μέρη, που κατοίκησε με τον πνευματικό του Γέροντα και πατέρα, τον οσιώτατο Νικόδημο, τον οποίο η μονή μας τιμά και εορτάζει. Ως άλλος ήλιος πνευματικός καταφώτισε την Εκκλησία μας και αναζωπύρωσε το πνεύμα της πραγματικής πατερικής ησυχίας και εσωστρέφειας, στην οποία υπάρχει ο θείος φωτισμός και η Θεολογία. Αφού τελειώθηκε, με τη Χάρη του Χριστού, στην πρακτική υποταγή και υπακοή, με την καθοδήγηση τον οσιώτατου Γεροντά του, επιδόθηκε σε ψηλότερα πνευματικά άθλα και αγώνες. Αφού έγινε ο ίδιος φως, φώτισε το πλήρωμα της Εκκλησίας. Με τους πνευματικούς αγώνες του εναντίον των πλανών και των αιρέσεων, που μάστιζαν τότε την Εκκλησία, επισφράγισε θριαμβευτικά την αλήθεια των ορθόδοξων δογμάτων.

Στην υμνολογία της Εκκλησίας μας αναφέρεται ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ως « κήρυξ της Χάριτος». Ο πραγματικός θρίαμβος αυτού του ήρωα είναι η ερμηνεία και διασάφηση των άκτιστων ιδιοτήτων ή ενεργειών της θείας Χάρης, που η δυτική χρεοκοπία αρνείται Η διδασκαλία του αφορά κυρίως εμάς τους μοναχούς, που ολόκληρη η προσπάθεια και δραστηριότητά μας είναι η κατάκτηση της θείας Χάρης και ενέργειας, με την οποία θα κερδίσουμε τα αναμενόμενα.

Εκείνο που περισσότερο συγκινεί και ενδιαφέρει εμάς, είναι η λεπτομέρεια της πρακτικής και ασκητικής του ζωής, που έγινε ο φορέας της τελειώσεώς του στην ακριβή γραμμή των μεγάλων μας Πατέρων. Αφού η αγιοτόκος μονή του Βατοπαιδίου τον ετοίμασε πρεπόντως, τον παρέδωσε στην Εκκλησία της οποίας αναδείχθηκε «στύλος και εδραίωμα» (Α Τιμ. γ,15), αλλά και για μας τους μοναχούς καύχημα και δόξα, ώστε με περισσότερη προσοχή και ζήλο, να γίνουμε μιμητές και συνεχιστές της ίδιας πορείας και του τέλους με τη Χάρη του Χριστού.

Πολλά από τα είδη των αγωνισμάτων του στον Αθωνα μιμήθηκε ο οσιώτατος Γέροντάς μας Ιωσήφ και ειδικά της απόλυτης ησυχίας και εσωστρέφειας, στην οποία υπάρχει η καθαρά προσευχή. «Ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας» (Β Κορ. στ, 2), κατά τη Γραφή και για μας.

Ούτε η ανώτερη κοινωνική του θέση, ούτε η τεράστια μόρφωση που είχε, τον έκαναν να λυγίσει στη βία του αόρατου πολέμου, αλλά με απόλυτη αυταπάρνηση και φιλοπονία απέβαλε τον παλαιό άνθρωπο. Με την τέλειά του υποταγή στο θείο θέλημα, υπέταξε τη θεία Χάρη στο φωτισμένο του νου, κατά την πατερική ορολογία, και τέθηκε «επί την λυχνίαν ίνα λάμπη πάσι τοις εν τη οικία» (Ματ. ε, 15), δηλαδή στην Εκκλησία, στο διηνεκές. Απέδειξε και στους καιρούς του, τη μοναστική διαγωγή ως το γνήσιο φορέα της ανάπλασης και ανάστασης του «πεπτωκότος ανθρώπου».

Πόσο κράτησε την ολοκληρωτική αποταγή, την άρνηση του δικού του εγώ, την πλήρη αυταπάρνηση! Αφού νέκρωσε τελείως το παλαιό σύστημα, που αντιστρατεύεται την αλήθεια, αμέσως προέκυψε η καρποφορία, που σκοπό είχε την απόλυτη ησυχία, ηρεμία και σιωπή. Για το λόγο αυτό αποσυρόταν στα αθωνικά σπήλαια και «εν ταις οπαίς της γης» (Εβρ. ια, 38), για να εντρυφά «μόνος προς μόνον».

Σ αυτά τα μέσα και εργαλεία και σύμμαχα στοιχεία σας προκαλώ, τιμιώτατοι πατέρες και αδελφοί, γιατί και μεις από τον ίδιο αρχηγό και οικοδεσπότη προσκληθήκαμε, στην ίδια παλαίστρα και στο ίδιο στάδιο και ο αγωνοθέτης αναμένει. « Τις σοφός και φυλάξει ταύτα και συνήσει τα ελέη του Κυρίου;» (Ψαλ. ρς, 43).

Όπως σας ανέφερα προηγουμένως, αντάξιος μιμητής και αντιγραφέας αυτής της αθλητικής στρατείας ήταν ο οσιώτατος Γέροντάς μας. Μας έλεγε ότι κάποτε που διανυκτέρευε στα ψηλότερα μέρη της μονής της Λαυρας, στον τόπο που κάθησε παλιά ο άγιος Γρηγόριος, τόσο ερέθισε τους δαίμονες επιμένοντας στην εσωστρέφεια και την ευχή, ώστε τους έβλεπε να ορμούν κάτω στη μονή και να παρακινούν τους προϊσταμένους να στείλουν δασοφύλακες να τον διώξονν από τον τόπο όπου ησύχαζε, τον οποίο κανένας δεν γνώριζε, γιατί ήταν κρυμμένος και αφανής. Ο Γέροντας Αρσένιος, που αγωνιζόταν μαζί του, άκουε να φωνάζουν δυνατά: «Μας έκαψες, μας έκαψες!» και ρώτησε το Γέροντα: « Ποιοι είναι αυτοί, που λένε ότι τους έκαψες;». Και ο Γέροντας του είπε: « Σιώπα Αρσένιε, γιατί εγώ δεν τους ακούω μόνο αλλά και τους βλέπω. Κατέβηκαν κάτω στη μονή και παρακινούν τους Γέροντες να μας διώξονν, γι αυτό να περιμένουμε την είδηση». Έτσι και έγινε. Την άλλη μέρα το πρωί ήλθαν από τη μονή της Λαύρας και τους έδιωξαν.

Αυτά τα γεγονότα δεν έγιναν « τω καιρώ εκείνω» αλλά στην ίδια τη ρίζα μας. Συνεχιστές και μεις της πατερικής μας παράδοσης και των πνευματικών μας προγόνων, δεν λυγίζουμε στην οποιαδήποτε ραθυμία, αλλά ικετεύοντάς τους παίρνουμε ελπιδοφόρες αποφάσεις. Και ο Κύριός μας, ο οποίος είναι «μεθ ημών πάσας τας ημέρας» (Ματ. κη, 2θ), δεν θα αρνηθεί σ αυτούς που προσκαρτερούν, να χαρίσει τη θεία του Χάρη «υπέρ εκ περισσού ων αιτούμεθα ή νοούμεν» (Εφ. γ, 2θ).

«Ανω σχώμεν τας καρδίας» με τη συνεχή φιλοπονία και αυταπάρνηση, ώστε «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα», ελκύοντας μαζί μας και όσους τους ενδιαφέρει η πνευματική αγωγή. Πάντοτε και σε κάθε τόπο, υπάρχει η συμπάθεια και η ανεκτικότητα, αλλά πρέπει να μένουμε μακρυά από συναισθήματα αισθησιακά, που είναι γνωστό ότι διαστρέφουν την αγνότητα και αθωότητα. Οι νεώτεροι να μη χειρονομούν, να μην κάνουν αστείϊσμούς με λόγια η κινήσεις.

Σε μας ανήκει ο αγιασμός, και φιλόπονα βιαζόμαστε για την κατάκτησή του, γιατί χωρίς αυτόν «ουδείς όψεται τον Κύριον» (Εβρ. ιβ, 14). Να αποφεύγετε την κρυψίνοια και το «λάθρα» και έτσι αφοπλίζεται ο Πονηρός. Μην εγκαταλείπετε τα πνευματικά σας όπλα, την προσευχή, το ταπεινό φρόνημα και την πίστη, η οποία γεννά την απροσπάθεια. Έτσι αποφεύγουμε το λαβύρινθο της πολυμεριμνίας με τις ακατονόμαστες προφάσεις του, που μας κυριεύουν. Εάν με την πίστη βαδίζουμε, που είναι η μόνη πραγματικότητα, τότε γιατί να υπάρχει η έγνοια και ο φόβος και η παράλογη μέριμνα, το γέννημα της απιστίας; Την εκλογή, παραμονή και διαγωγή μας μέχρι τώρα, στα μοναστικά μας καθήκοντα, την πετυχαμε μόνοι μας ή την οφείλουμε στην πανσωστική πρόνοια αυτού που μας κάλεσε; Ποια πρέπει να είναι η ανταπόδοσή μας σ αυτόν, που με φιλανθρωπία διοικεί και διακονεί, παρά μόνο η πρόθυμη υποταγή στο θείο του θέλημα;

Όταν ο Κύριός μας βρισκόταν μαζί μας, διακονώντας την ανάπλασή μας, ουδέποτε εγκατέλειψε το κύριο καθήκον της αφοσίωσής του προς τον Πατέρα. Στην απόλυτη ανάγκη της συντήρησης της ανθρώπινης υπόστασης, όταν πιεζόταν από τους μαθητές του, απαντούσε «εμόν βρώμα εστιν ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με» (Ιω. δ, 34). Έδωσε και σε μας την εξουσία, να καλούμε «Πατέρα», το δικό του Πατέρα. Και απέδειξε την πατρική του ιδιότητα, πέρα από κάθε περιγραφή, χαρίζοντας και θυσιάζοντας το «μονογενή του Υιόν» «λύτρον υπέρ πάντων ημών». Δεν μέτρησε τα σφάλματα της αγνωσίας και της τόσης μας ενοχής και μας χάρισε τη μερίδα του κλήρου των αγίων και μας ελευθέρωσε από τα δεσμά των κοινωνικών μας υποχρεώσεων. Και, κατά την υμνολογία μας, «τί ανταποδώσωμεν τω Κυρίω περί πάντων ων ανταπέδωκεν ημίν»; Με τίποτε άλλο δεν μας επιβαρύνει, παρά με το να μείνουμε πιστοί στις υποσχέσεις και επιταγές της μοναστικής μας ιδιότητας. Και ενώ καμμιά δική μας ενέργεια η προσπάθεια δεν χρειάζεται, ο Πανάγαθος, ευαρεστείται στο ότι ανταποκριθήκαμε στην πρόσκλησή του και πολεμούμε τον αντιστρατευόμενο νόμο της διαστροφής, που μας κληροδότησε η αδαμιαία παράβαση.

Ας είναι για μας συνεχές παράδειγμα ο πρωτόπλαστος Αδάμ. Αν και δημιουργήθηκε από τα χέρια του Θεού δεν ωφελήθηκε, ούτε συγκρατήθηκε από τον όλεθρο της παράβασης του θείου θελήματος. Ο Κυριός μας Ιησούς Χριστός, επειδή τήρησε την υπακοή και εξάρτηση από τον Πατέρα, κέρδισε «πάσαν εξουσίαν εν ουρανώ και επί γης» (Ματ. κη, 18). Ποιό άλλο μέσο, διδασκαλία ή παράδειγμα να υπενθυμίσουμε;

Να και μεις, με τη Χάρη του, προσήλθαμε με ξενιτεία και αυταπάρνηση, στην απάρνηση του θελήματός μας. Ας κρατήσουμε αγόγγυστα τη μαρτυρική μας υπακοή, τη σύντροφο φιλοπονία, την αποχή από κάθε ξένη ιδέα ή σκέψη, αν και ο πονηρός μας εχθρός δεν παύει να τοξεύει τη διάνοια. Το ισχυρό μας όπλο, η προσευχή, να γίνει ένα με την αναπνοή μας. Οι αγαθές μνήμες από τη θεία Γραφή και τις πατερικές διηγήσεις να μη λείπουν, ως εφόδια, κατά του μετεωρισμού.

Ο μεταπτωτικός άνθρωπος έγινε και έμεινε θύμα της επιρροής και μόνο η θεία Χάρη και οι ωφέλιμες διηγήσεις τον στηρίζουν. Μακρυά από τα αίτια, που προκαλούν και σκανδαλίζουν, ως συνετοί, «μη ποτε παραρρυώμεν» (Εβρ. β, 1). « Μη δυς εις σάλον τον πόδα σου μηδέ ννστάξη ο φυλάσσων σε» (Ψαλμ. ρκ, 3). Να αποφεύγετε τις άσκοπες και άκαιρες ακοές και συναντήσεις. Με τις εικόνες τους, που υπάρχουν στη φαντασία, αιχμαλωτίζει τον νου ο εχθρός στα παρελθόντα και ξαναζωντανεύει όσα με κόπο και προσπάθεια αποβάλαμε. Οι Πατέρες μας επιμένουν ότι την πρόθεση έεπιζητά ο διάβολος να αιχμαλωτίσει και αυτό του δίνει εξουσία κρούσης και πολέμου, γιατί η προδοσία της θέλησης ισοδυναμεί με άρνηση.

ΚΑΤΗΧΗΣΗ 9η – Η ακριβής «εν Χριστώ» πορεία μας

Σχολιάστε

Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός

Αδελφοί και πατέρες, όσοι επωμίστηκαν το ζυγό του Κυρίου και φέρουν συνεχώς το ελαφρό φορτίο, δεν θα αργήσουν να αισθανθούν τη γλυκύτητα και την πραότητά του, γιατί πραγματικά «γινώσκει Κύριος τους όντας αυτού» (Β Τιμ. β, 19). Τότε ενθυμούμενοι «πάσας τας ανταποδόσεις αυτού» (Ψαλμ. ρβ, 2), θα ψάλλουν με το Δαυΐδ: «Ιδού τα χείλη μου ου μη κωλύσω, Κύριε, συ έγνως. Την δικαιοσύνην σου ουκ έκρυψα εν τη καρδία μου• την αλήθειάν σου και το σωτήριόν σου είπα. Ουκ έκρυψα το έλεός σου• και την αλήθειάν σου από συναγωγής πολλής» (Ψαλμ. λθ, 9-1θ). Η εγκράτεια, η νηστεία και γενικά η αγωνιστικότητα, στην οποία περιλαμβάνεται κάθε μορφής κακοπάθεια, είναι το πρώτο και κύριο μέσο για τη «νέκρωση των μελών των επί της γης» (Κολ. γ, 5), της κτηνώδους φιλαυτίας και των σκιρτημάτων της σάρκας. Για όσους σήκωσαν στους ώμους τους την πολύφορο φιλοπονία, που εμπεριέχει το νόημα του Σταυρού, αυτό είναι πρωταρχικό καθήκον. Τα ψυχικά όμως νοσήματα και αυτά της ταραγμένης καρδιάς, κατευνάζονται με την ανάγνωση των θείων Γραφών και των πατερικών νοημάτων, μαζί με την επίμονη προσευχή.

Εμείς, που ζούμε σε κοινοβιακό σύστημα, φθάνουμε σ αυτήν την ελευθερία με τη μεταξύ μας καλή συμπεριφορά, εάν «νομίμως αθλούμε» (Β Τιμ. β, 5). «Έκαστος ημών τω πλησίον αρεσκέτω εις το αγαθόν προς οικοδομην» (Ρωμ. ιε, 2) « και μηδείς το εαυτού ζητείτω αλλά το του ετέρου» (Α Κορ. ι, 24). Και το ανώτερο καθήκον είναι ότι « οφείλομεν υπέρ των αδελφών τας ψυχάς τιθέναι» (Α Ιω. γ, 16). Ποια αξία έχουν, αν κάνουμε σύγκριση, οι μικροί μας αγώνες με τα αιώνια αγαθά, που μας χαρίζει ο Θεός;

Στην πρακτική όμως ενέργεια της αγωνιστικότητας χρειάζεται ευμέθοδος τρόπος. Και λόγω της δικής μας αδαότητας και απειρίας, αλλά και εξαιτίας της δολιότητας του Πονηρού. Όποιος θέλει να αθλήσει νόμιμα και να στεφανωθεί από το Θεό, να μην απογοητεύεται, εάν κάνει κάποιο σφάλμα και πέσει ή αποτύχει σε κάποια προσπάθεια εναντίον κάποιου πάθους, ή δεν τηρήσει κάποιο πρόγραμμα που ο ίδιος όρισε. Δεν πρέπει να παραμείνει αδρανής, αλλά ξανά και ξανά να επιχειρεί επικαλούμενος τη μητρική ιδιότητα της Χάρης, έστω και αν αυτός ο αγώνας διαρκέσει σ όλη του τη ζωή.

Πολλές φορές η Χάρη του Θεού θέλει να τον ανεβάσει σε ψηλότερη αξία στο μέλλον, επειδή βλέπει ότι η πρόθεσή του είναι ομολογιακή. Οι σωματικοί κόποι και οι στεναγμοί της καρδιάς, το διαρκές πένθος και τα δάκρυα είναι τα βραβεία της προκοπής. Δίκαια θ ακούσει την ευλογία από το Θεό: «Ευ δούλε αγαθέ και πιστέ» (Ματ. κε, 21). Αν και πιεζόσουνα και ήσουν, κατά κάποιο τρόπο, παραθεωρημένος απο την αντίληψη της Χάρης, δεν έπαψες να πιστεύεις και να ελπίζεις. Γι αυτό «είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου» (Ματ. ια, 28), που θα είναι η αίσθηση της πνευματικής συγγένειας. Εκεί ο Κύριός μας αποδεικνύεται ως πραγματικός Πατέρας στους «κοπιώντας και πεφορτισμένους» (Ματ. ια, 28) ανύστακτα.

Ας μη νυστάξουμε, αδελφοί μου, αλλά ο καθένας ας επιμελείται δ,τι προκύπτει από τη διακονία και την ικανότητά του, γιατί η λήξη, το τέλος της πανήγυρης της εδώ ζωής, δεν θα αργήσει να έλθει. Τότε ο καθένας θα αμειφθεί κατά την προσφορά και την εργασία του.

Πόσο ωφέλιμη και καρποφόρα είναι η καρτερία και ανεκτικότητα ιδιαίτερα στους ασθενέστερους και ευμετάβλητους, που εύκολα παρασύρονται και αντί να μετανοούν και να διορθώνονται, αναζητούν «φύλλα συκής» για να καλύψουν τη δική τους γύμνωση και ιδιορρυθμία.

Το παν στον άνθρωπο είναι η θέληση. Η θέληση είναι το σπουδαιότερο στοιχείο της ελευθερίας του ανθρώπου. Δεν μπορεί φυσικά μόνη της να επιτύχει. Εκλέγει όμως και αποφασίζει. Αυτή προκαλεί τη θεία επέμβαση, την οποία ο Θεός δεν πραγματοποιεί εάν δεν προηγηθεί η ελεύθερη εκλογή της προσωπικότητας. Διατήρησε ο δημιουργός την κυριότητα και ελευθερία του ανθρώπου και μετά την αποκοπή και την πτώση του απ αυτόν.

Οσοι θέλουν να επιστρέψουν στους κόλπους της θείας παναγάπης, την οποία μας χάρισε με την παρουσία του ο Χριστός, πρέπει να αποδείξουν έμπρακτα ποιά είναι η θέλησή τους. Με την υπακοή και υποταγή στο θείο θέλημα, επεμβαίνει η θεία Χάρη, την οποία επικαλούμαστε, και τότε « τα ασθενή θεραπεύει και τα ελλείποντα αναπληροί».

Οποιοσδήποτε άνθρωπος θέλει πραγματικά να σωθεί, δεν τον εμποδίζει ούτε ο καιρός, ούτε ο τόπος, ούτε το επάγγελμα. Φτάνει να αφήσει. το δικό του θέλημα στην υπακοή τον θείου θελήματος. Πρέπει όμως να γνωρίζουν, όσοι θέλουν να ακολουθήσουν την πορεία της μετάνοιας, ότι στην αρχή θα κοπιάσουν αρκετά. Όχι τόσο εναντίον των πονηρών πνευμάτων, που είναι πάντοτε αντίθετα και εχθρικά. Ούτε και κατά της αιχμαλωσίας των παθών που επικράτησαν, αλλά ιδιαίτερα θα αγωνιστούν εναντίον της πονηρής και κακής συνήθειας, που γίνεται τυραννική, ιδίως στους αυταρχικούς τύπους και υποτελείς της εγωιστικής έπαρσης, που στους καιρούς μας περισσεύει.

Όταν συμβουλεύουμε ότι πρέπει να « καταποθή το θνητόν υπό της ζωής» (Β Κορ. ε, 4), εννοούμε να καταργηθεί το σαρκικό φρόνημα. Τότε ο άνθρωπος γίνεται πνευματικός και ακώλυτα η Χάρη τον επισκέπτεται και παραμένει κοντά του. Αυτός δεν θέλει πλέον το δικό του θέλημα και όσα ανήκουν στη φιλαρέσκειά του, αλλά μόνο το θείο θέλημα. Όλη του η προσπάθεια, η σπουδή και η επιθυμία είναι να προσέχει και να εφαρμόζει τις θείες εντολές.

Όπως και άλλοτε τονίσαμε, η ευσυνείδητη τήρηση των εντολών είναι ολοκληρωμένη ομολογία, που είναι ο σκοπός της προσωρινής αυτής ζωής. Όταν αυτό γίνεται, αποδεικνύεται ότι ο άνθρωπος πέθανε για τον εαυτό του, και ζει μόνο για το Θεό, δηλαδή για το θέλημά του. Ως πιστός πλέον δούλος, η καλύτερα φίλος, δικαιούται τις θείες δωρεές. Μια εξαιρετική δωρεά είναι η ανάνηψη του νου από το λήθαργο της αναισθησίας και της αισχρής δουλείας του παράλογου, στο οποίο προηγουμένως βρισκόταν.

Όταν ο νους αρχίσει να βλέπει, θα δει πρώτα τον πλησιέστερό του εαυτό. Ποιος ήταν κατά τη δημιουργία και ποιος είναι τώρα. Αυτό του προκαλεί ταπείνωση, που είναι και ο πρώτος σταθμός της αποθεραπείας τον. Νοιώθοντας ντροπή ο νους για το νοερό και θεοειδές της ψυχής του, αποφεύγει κάθε έπαρση, προτιμά τα ταπεινά, αυτά που έχουν κόπο και αφάνεια και γενικά ξυπνά μέσα του η δίψα να ευεργετεί και να αναπαύει τους άλλους, ενώ το δικό του θέλημα το βδελύσσεται και το αποστρέφεται ολοκληρωτικά. Τότε ριζώνει μέσα του η επιμονή στο πρόγραμμα της πνευματικής ζωής και ουδέποτε σπαταλά άσκοπα το χρόνο του και τα μέσα που έχει για να διακονεί.

Η ταπείνωση από αυτήν την αυτογνωσία, όσο δυναμώνει, δίνει την πληροφορία ότι είναι γέννημα της γνώσης και η γνώση πάλι ότι είναι γέννημα των πειρασμών, που υπέμεινε ο αγωνιστής παιδευόμενος ποικιλότροπα «δια τους λόγούς των χειλέων» (Ψαλμ. ις, 4) του Κύρίου μας, δηλαδή για την εφαρμογή τον πανάγιου θελήματός του.

Μετά αρχίζει η προσευχή, ως αχώριστο στοιχείο σ αυτόν που γνωρίζει την αδυναμία του, αλλά και ως αναγκαίος τρόπος πληρότητας. Όπως νοιώθει κανείς για τη συντήρησή του την τροφή και το νερό, ως ανάγκες απαραίτητες, έτσι νοιώθει και την προσευχή.

Αναφέραμε με μεγάλο κόπο, τίμιοί μου αδελφοί, σαν εισαγωγή, τους τρόπους και τα ιδιώματα των ενεργειών της μετάνοιας. Αυτά όμως, ως βραβεία, δεν δίνονται στους ράθυμους και αμελείς, όπως η δική μου αθλιότητα, αλλά στους φιλόπονους και νπάκουους, που αγόγγυστα σηκώνουν το σταυρό της ομολογίας τους, χωρίς αντιλογία, χωρίς περιέργεια, χωρίς ίχνος κρίσης η απόφασης που λαμβάνεται, χωρίς την άδεια και ευλογία του πνευματικού τους αρχηγού.

Με λυπη μου διαπιστώνω ότι γίνονται λάθη με «δεξιές» προφάσεις. Αυτά είναι πολυ επικίνδυνα, γιατί τα καλυπτει ο σκοτεινός πέπλος της αυτοπεποίθησης• γίνονται δηλαδή, δήθεν, χάριν της ευλάβειας και της αγωνιστικότητας. Οι Πατέρες μας καυτηριάζουν δριμύτατα αυτούς τους αναρχισμούς. Σ ένα απόφθεγμά τους αναφέρουν: «Εάν νεώτερος αναβαίνει προς ουρανόν τω ιδίω θελήματι, κράτησον αυτού τον πόδα». Και η Γραφή: « Ουαί οι συνετοί εν εαυτοίς και ενώπιον εαυτών επιστήμονες» (Ησ. ε, 21). Η ακαταστασία σε ολόκληρη τη συμπεριφορά δεν είναι δείγμα αθεοφοβίας και ζωής χωρίς πρόγραμμα; «Πάντα ημών ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω» (Α Κορ. ιδ, 4θ), γιατί «εν οις ουκ έστι κυβέρνησις πίπτουσι ώσπερ φύλλα», όπως λέει ο μέγας Πατέρας της Εκκλησίας, Εφραίμ ο Σύρος. Και αυτή η σεμνότητα του χαρακτήρα μας πείθει τους πιστούς, ότι πράγματι μαζί μας υπάρχει η Χάρη του Θεού. Να μην αναφέρουν οι ακατάστατοι κοινοβιάτες πράξεις και διδάγματα μεμονωμένων αυστηρών ασκητών, οι οποίοι είχαν στην προσωπική τους άσκηση, στους τόπους που διέμεναν, το σκληρό, το ατημέλητο και το απόκοσμο. Κάθε ένας όπως και όπου « εκλήθη εκεί και μενέτω» (Α Κορ. α, 18), γιατί για τον εαυτό του και για τη θέση τον θα απολογηθεί. Και όπως, κατά τον Παύλο, «βρώμα ου παρίστησι τω Θεώ» (Α Κορ. η, 8) και εμείς λέμε, ούτε το σχήμα «παρίστησι», αλλά το ταπεινό φρόνημα και η διάθεση υπακοής, σύμφωνα με το ζωντανό παράδειγμα του Κυρίου μας.

Ας προσέξουμε, αδελφοί μου, στο νόημα και την πατερική μας γραμμή, που τόσο πλούσια καθημερινά μελετούμε, γιατί ο Θεός «ου μυκτηρίζεται» (Γαλ. στ, 7). Ούτε τα κούφια σχήματα μετριούνται ως αρετές. Αυτός που έχει υπακοή είναι μεγάλος και κερδισμένος σύμφωνα με όλες τις πατερικές υποδείξεις. Να είμαστε ανεκτικοί και συμπαθείς. Να καλύπτουμε αντί να κρίνουμε τον αδελφό μας. Ολοι μας πειραζόμαστε• « ος μεν ούτως ος δέ ούτως», ύμφωνα με την περιεκτική πρόνοια του Κυρίου μας. Όταν η θεία Χάρη κρύβεται, είτε για δικά μας λάθη, είτε για τους λόγους της πανσοφίας της, τότε όλοι γλυστρούμε και τότε χρειάζεται συμπάθεια και όχι κατάκριση.

Οι «κατά μόνας ασκήσαντες» Πατέρες, κατά τις διάφορες περιόδους της εκκλησιαστικής μας Ιστορίας, είχαν σε μεγάλο βαθμό μέσα τους, ως πρόθεση και έξη, την αυστηρή φιλοπονία. Πράγματι οι βιογραφίες τους καταντούν τρομακτικές από την αυταπάρνηση που εφάρμοσαν. Με την ισχυρή πίστη στο Θεό, που λάτρευαν και διακονούσαν γνήσια, υπέμειναν τα πάντα.

Η πλειονότητα όμως των Πατέρων, που διέπρεψαν και οργάνωσαν βατό και προσιτό το μοναχικό βίο, ήταν αυτοί που ζούσαν στο κοινοβιακό σύστημα, που και απλούστερο είναι και ευκολώτερα επιτυγχάνεται, για την πληρέστερή του οργάνωση και την ελευθερία που δίνει. Η οργάνωση και ο προγραμματισμός του κοινοβίου απαλλάσσει τα μέλη του από τη μέριμνα για τα απαραίτητα, ειδικά βοηθούνται οι ασθενέστεροι, που είναι πάρα πολλοί στη δική μας εποχή.

Αυτό το διαπίστωσα και προσωπικά, γιατί δοκίμασα σχεδόν όλες τις μορφές της μοναχικής ζωής. Δεν υποβιβάζω τον ανώτερο τρόπο της απόλύτης αυταπάρνησης και της ολοκληρωτικής αφιέρωσης προς το Θεό, που και με τον οσιώτατό μας Γέροντα ζήσαμε. Πέραν της δυσκολίας του ψηλού πνευματικού στίβου, με την απαιτούμενη ακρίβεια του νου και τη λύσσα των πονηρών πνευμάτων, υπήρχαν και οι έστω μικρές ανάγκες της αυτοσυντήρησης, που υποχρέωναν την παραβίαση του αυστηρού προγράμματος της εσωστρέφειας. Έπρεπε κάποιος να διακονήσει και αυτός ήταν ο ίδιος, που ζούσε σ αυτό το πρόγραμμα. Αυτό προκαλούσε μόνιμη ταραχή, που κόστιζε στο πρόγραμμα.

Στο κοινοβιακό σύστημα αυτή η φροντίδα απουσιάζει. Για όλα μεριμνά το ίδιο το σύστημα. Κανένας, εκτός από το διακόνημά του, δεν μεριμνά ούτε και για τα πιο απλά στοιχεία της συντήρησής του. Σαν καθολικό του επάγγελμα έχει την καταπολέμηση των παθών και των επιθυμιών. Έχει όχι μόνο την πίστη, αλλά και τον Ηγούμενο, ως πνευματικό πατέρα και οδηγό. Και έτσι μιμείται το κύριο πρότυπό μας, το Χριστό, που προβάλλει συνεχώς, ως αρχηγό του, τον Πατέρα.

Και πάλι υπενθυμίζουμε την ακριβή πορεία της στράτευσής μας. Επειδή φοβούμαστε την κρίση και άρα την Κόλαση, τηρούμε τις εντολές. Όποιος τηρεί τις εντολές υπομένει τις θλίψεις. Όποιος υπομένει τις θλίψεις αποκτά την ελπίδα στο Θεό, η οποία απαλλάσσει από τη μάστιγα της μέριμνας. Σ αυτήν την ευλογοφανή μέριμνα ρίχνει ο Πονηρός τα πολύπλοκά του βέλη, με ακατονόμαστες προφάσεις και κινδυνολογίες. Με την αμεριμνία, που επιτυγχάνεται με τη θεία Χάρη, όπως περιγράψαμε, πλησιάζει η αγάπη του Θεού, που μας δίνει την πληροφορία για την ελευθερία από τα πάθη.