Η Ιερά Μονή Βατοπεδίου ή Βατοπαιδίου ( η πρώτη γραφή, κατά τον Θεοδώρητο, ετυμολογείται «εκ της βάτου και πεδινού: ούτω γαρ οράται εν παλαιοίς χειρογράφοις». Η δεύτερη από το «βάτος» και «παιδίον», παρετυμολογούμενη) κείται στην κορυφή ενός υψώματος, στα ΒΑ της Χερσονήσου, 5΄ από τη θάλασσα.

Γύρω της αμφιθεατρικά παραταγμένοι λόφοι και βουνοί καταπράσινοι, που θάλεγες ότι τοποθετήθηκαν εξ υστέρου, με σκοπό να προστατεύσουν τη μεγάλη και ένδοξη Μονή με τις πολλές και σεβάσμιες μνήμες. Η Μονή «ζαφειρόπετρα στου Άθω το δαχτυλίδι», τα έχει όλα αριστοκρατικά και επίσημα: βαριά και ογκώδη κτίσματα, δομημένα με σοβαρότητα και επισημότητα, χωρίς να λείπει και κάποιος λυρικός τόνος απ’ αυτά, συμπορεύονται με τη χιλιόχρονη ιστορία της Μονής. Μέσα στην αυλή 9 αυτοτελή κτίσματα ριγμένα στον χώρο σαν «τυχαία» και θεληματάρικα τονίζουν εναργώς τη βυζαντινή αρχιτεκτονική της ισορροπίας και της μυστικής αρμονίας. Γενικά στα κτίσματα της Μονής αναχωνεύονται όλες οι τάσεις, και το χρώμα που επικρατεί είναι το κόκκινο: «…χρώματι τω ερυθρώ ευ πάνυ κεχρωσμένα…» (κατά επιγραφή του καθολικού).

Στην κάτοψή της η Μονή σχηματίζει ένα μεγάλο ακανόνιστο τρίγωνο εμβαδού 18.000 πήχ.. Η μία πλευρά προς τη θάλασσα, εκτεινόμενη σε μήκος 200 περίπου μέτρα δίνει στη Μονή μια υπέροχη εικόνα. Έξω από τη Μονή καλοδιατηρημένα φαρδιά λιθόστρωτα, με παλιά εκατέρωθεν κτίσματα (αναγόμενα και στον 15ο αι.) εγείρουν στον προσκυνητή επιθυμητικά αισθήματα ενός περιπάτου. Λίγο πιο κάτω, στον αρσανά, ένα κτίσμα του έτους 1496 φέρει στην πρόσοψή του την κεφαλή ενός βοδιού – το έμβλημα της Μολδαβίας.

Η Μονή θεμελιώθηκε κατά το τελευταίο τέταρτο του 10ου αι. Κτίτορές της είναι τρεις πλούσιοι άρχοντες από την Αδριανούπολη: ο Αθανάσιος, ο Νικόλαος, ο Αντώνιος. Οι τρεις άρχοντες ήρθαν στο Όρος, φέρνοντας, μαζί τους και την περιουσία τους από 9.000 χρυσά νομίσματα, με το όραμα να χτίσουν μια λαύρα. Κατά σύσταση του Αγίου Αθανασίου οι τρεις κτίτορες επιλέγουν το σημείο κι αρχίζουν την ανέγερση. Πάντως η Μονή εμφανίζεται ολοκληρωμένο κτίσμα μετά την έκδοση του Α΄ Τυπικού (972). Πρώτο έγγραφο στο οποίο αναφέρεται είναι του έτους 985(3): η υπογραφή του ηγουμένου της Μονής Νικολάου βρίσκεται 23η, τελευταία.  Υπογραφές των δύο ηγουμένων της Μονής Νικολάου και Αθανασίου υπάρχουν σε σύγχρονα έγγραφα.

Η άνοδος της Μονής θα είναι κατακόρυφη. Παρόλο ότι δεν μνημονεύεται στο Α΄ Τυπικό, στο Β΄  όμως (1045) κατακτά τη β΄ θέση των πρεσβείων, σταθερά και μόνιμα, μέχρι σήμερα. Η φήμη της θα αμιλλάται εκείνη της Λαύρας, και η ευγενής αυτή άμιλλα, μερικές φορές, θα μεταπέφτει στο παιδαριώδες. Έτσι πρέπει να ιδωθεί και η υπογραφή ενός ηγουμένου της Μονής σε έγγραφο του 1287: «ο της του Βατοπεδίου σεβασμίας βασιλικής μονής και πρώτης λαύρας του Αγίου Όρους ταπεινός Ιωσήφ ιερομόναχος». Η Μονή πάντοτε συνοδεύεται από τους προσδιορισμούς «Λαύρα», «Μεγάλη» ή «Μεγίστη Μονή».

Η ιστορία λέει ότι η Μονή Βατοπεδίου ιδρύθηκε το διάστημα μεταξύ του 972 και 985 μ.Χ. από τρεις πλούσιους άρχοντες, τους Αθανάσιο, Νικόλαο και Αντώνιο, μαθητές του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη, ο οποίος θεωρείται και θεμελιωτής της Αθωνικής Πολιτείας. Παρ’ όλα αυτά, τα θρυλούμενα δίνουν μια κάπως διαφορετική διάσταση της ιστορίας. Η αρχή για την οικοδόμηση της Μονής σε αυτήν τη συγκεκριμένη τοποθεσία έγινε τον 4ο αιώνα μ.Χ., όταν ο Αρκάδιος, γιός του αυτοκράτορα του βυζαντίου Θεοδοσίου του Μέγα, διασώθηκε ως εκ θαύματος από τη φουρτουνιασμένη θάλασσα που κατάπιε το πλεούμενό του. Ήταν το χέρι της Παναγίας που άρπαξε τον νεαρό άντρα από τα κύματα για να τον προσγειώσει στο μαλακό στρώμα που σχημάτιζαν οι θάμνοι, εξού και η δεύτερη ονομασία του, που προέρχεται από τά «βάτα» και «το παιδί», του Μεγάλου Θεοδοσίου.

     Η Μονή υπήρξε η πνευματική τροφός του Αγίου Σάββα (1176-1235), του μεγάλου εθνάρχη των Σέρβων, καθώς και του πατέρα του Αγίου Συμεών, προς τους οποίους η ίδια παραχώρησε το «μελισσομάνδριον» Χελανδάρι. Η δωρεά αυτή θα θεωρηθεί μεγάλης σημασίας πράξη απ’ όλους τους Σέρβους ηγεμόνες. Πρώτος ο κράλης Στέφανος Ντουσάν εκδηλώνει θερμό ενδιαφέρον υπέρ της Μονής. Σε έγγραφό του (Απρίλιος 1348) γράφει σε α΄ πρόσωπο περί της «εκ πολλών χρόνων ενούσης μοι θερμοτάτης εφέσεως», να έρθω προσκυνητής στον Άθω. Ειδικά «την θερμήν αγάπην ην ιδίως τρέφει η βασιλεία μου εις την τοιαύτην μονήν» (Βατοπεδίου). Ο Στέφανος με το έγγραφο δεν επικυρώνει μόνο κτήσεις της Μονής, αλλά και δωρίζει ένα ολόκληρο συνοικισμό, τον Άγιο Μάμαντα, και άλλους τόπους που «προκατείχον οι Βαρβαρηνοί στρατιώται». Με άλλο έγγραφο (Νοέμβριος 1369), ο δεσπότης Ιωάννης Ουγγλέζια, επιστρέφει τον ετήσιο φόρο των 120 υπερπύρων, που κατέβαλλε η Μονή υπέρ της λίμνης Μπουρού, εκφράζοντας έτσι «ευγνωμοσύνης οίον σημείον και γνώρισμα» προς την Κυρία Θεοτόκο. Οι δωρεές των Σέρβων ηγεμόνων συνεχώς θα πληθαίνουν. Ο δεσπότης Στέφανος Λαζάρεβιτς χορηγεί στη Μονή ετήσιο εισόδημα 60 λίτρες άργυρο, καθώς και το χωριό Κοπτιβνίτσα (Ιούλιος 1417), και ο μέγας τσέλνικ Ράντιτς δωρίζει στη Μονή άλλο χωριό, το Μπελοπόλτζιε επί του Μοράβα (Μάρτιος 1432). Τα δύο παραπάνω έγγραφα επικυρώνει με άλλα δύο (1427 και 1432) ο δεσπότης Γεώργιος Μπράνκοβιτς. Η τελευταία πράξη μεταξύ της Μονής και των Σέρβων ηγεμόνων είναι ένα παραχωρητήριο του 1432 με το οποίο η Μονή παραχωρεί στους αυτάδελφους βοεβόδες Ραδοσλάβο και Μιχαήλ «τον πύργον του Κωλετζή» και τα κελλιά εντός του τείχους, όπως και τη γύρω περιοχή. Στο έγγραφο ορίζεται να μένουν (έξ αδελφατάρια» (6 δηλ. μοναχοί καθισματάριοι) μαζί μ’ έναν ιερέα.

Συχνές επιδρομές και λεηλασίες των Φράγκων πειρατών, των ενωτικών του Μιχαήλ Η΄ του Παλαιολόγου (1280), των Καταλάνων (1307-8), των Τούρκων και άλλων οθωμανικών φύλων, αν και θα ενεργούν πάντοτε ανασταλτικά στην πρόοδο της Μονής, δεν θα κατορθώσουν να ανακόψουν τελείως το έργο της προσφοράς της στον ιεραποστολικό τομέα και τις διορθόδοξες σχέσεις. Σηνειώνεται σε έγγραφο του Ανδρόνικου Β΄ ότι στο τέλος του 13ου αι. η Μονή «μετά των πρώτων και περιφανών τεταγμένη ανέκαθεν», έχει στερηθεί των πάντων: «μικρού δειν παντελώς κινδυνεύουσα δια γε το ταύτη μεγίστοις καθυποβληθήναι υπό πειρατών τοις δεινοίς και ων είχεν εντεύθεν αφαιρεθήναι τα κάλλιστα ή μάλλον τα σύμπαντα», όμως ταχύτατα «εις την προτέραν επανήλθεν ευδαιμονίαν τε και κατάστασιν» χάρη στον Ανδρόνικο που πρόσφερε «ικανάς τας αντιλήψεις και χορηγίας». Στο Όρος οι κατά καιρούς Πρώτοι, βλέποντας τον συνεχώς ανερχόμενο δυναμισμό της Μονής, της δωρίζουν όλες τις γειτονικές μονές: του Χαλκέως, του Βεροιώτου, του Ιεροπάτορος, του Καλέτζη, του Αγίου Δημητρίου, του Ξύστρου, του Τριπολίτου, του Τροχαλά. Το 1347 ο αυτοκράτορας Ιωάννης ΣΤ΄ Κατακουζηνός προσηλώνει με πρόσταγμά του στη Βατοπεδίου τη μονή της Ψυχοσωστρίας στην Κωνσταντινούπολη, ώστε όταν οι Βατοπεδινοί έρχονται στη βασιλεύουσα να βρίσκουν «ανάπαυσιν και καταμονήν και την προσήκουσαν λοιπήν ασφάλειαν…». Πιο πριν οι αυτοκράτορες Κωνσταντίνος Θ΄ (1042-55) και Μιχαήλ Ζ΄; (1071-78) έχουν χορηγήσει στη Μονή ετήσια συνδρομή: «σολέμνιον νομίσματα ογδοήκοντα», ενώ ο Νικηφόρος Γ’  Βοτανειάτης (1080), μαζί με άλλες δωρεές, «δωρείται τη Μονή παροίκους ατελείς τον αριθμόν πεντήκοντα», μαζί με τα ζώα τους : «ζευγαράτους». Αντίστοιχα η Μονή αναδέχεται στους κόλπους της αδελφότητάς της πρίγκιπες και βασιλείς: τον Ιωάννη Κατακουζηνό (Ιωάσαφ μοναχός) και Ανδρόνικο Παλαιολόγο, δεσπότη Θεσσαλονίκης (Ακάκιος μοναχός). Άλλος Παλαιολόγος, ο Γαβριήλ μοναχός, υπογράφεται σε έγγραφο του 1432.

Και Δυτικοί ηγεμόνες ενδιαφέρονται για την ακεραιότητα της Μονής: ο βασιλιάς της Ισπανίας Αλφόνσος (1456), ο μαρκήσιος του Μοντεφεράτου Γουλιέλμος (1512), ο Τζώρτζης Μοροζίνης Καβαλιέρος (1664) με επιστολές τους συνιστούν στους συμπατριώτες τους να μη δυναστεύουν τη Μονή. Και ο πάπας Ευγένιος με επιστολή του επέτρεπε σε κάθε παπικό που ερχόταν σε προσκύνημα του Αγίου Όρους, να προσκυνήσει την εφέστια εικόνα της Θεοτόκου. Ώστε ο πάπας τη μόνη εικόνα που επέτρεπε να προσκυνήσει ένας παπικός, χωρίς τον κίνδυνο να αμαρτήσει, ήταν η της Βατοπεδίου!

Μετά την άλωση, οι Ρώσοι τσάροι και οι ηγεμόνες των παραδουνάβειων χωρών προσηλώνουν στη Μονή μονές και μετόχια. Συνολικά αυτή αριθμούσε στην κατοχή της 45 μετόχια στη Βεσσαραβία. Υπό την κυριαρχία της ήταν οι πιο ονομαστές θυγατρικές μονές: η Μύρρα (από το 1592), η «θεσπέσια» Γκόλια ή Τκόλλια (από το 1606), η Βαρβόϊ ή Μπαρμποΐο (από το 1669), η Ρακιτόσα (από το 1729)… Το 1574 οργανώνεται σε κοινόβιο, με σιγίλλιο που εκδίδει ο Ιερεμίας Β΄, χωρίς να υπάρχουν μαρτυρίες για στέριωμα των κοινοβιακών θεσμών. Εξάλλου, λίγα χρόνια μετά, ανήμπορη να ξοφλήσει το χρέος της, από 70.000 άσπρα, προς τη Μονή Παντοκράτορος, επιτρέπει στον «γραμματέα της Βλαχικής ηγεμονίας Σκαρλάτο» να προβεί στην εξόφλησή του.

Η Μονή δεν υπήρξε τροφός μόνο των δύο Σέρβων Φωτιστών, αλλά και του Αγίου Μάξιμου του Γραικού, Φωτιστού και αναμορφωτού του Ρωσικού λαού (1470-1556). Η μεγάλη προσφορά της Μονής στο Γένος είναι η ιστορική Αθωνιάδα Σχολή . Η Σχολή, η μεγαλύτερη ελληνική στον τουρκοκρατούμενμο χώρο, ιδρύθηκε κοντά στη Μονή το έτος 1748 και αμέσως έφτασε να αριθμεί 200 μαθητές. Η ίδρυση και λειτουργία της Σχολής συγκίνησε τους πατριάρχες και άλλους λόγιους της εποχής, που με εγκώμια επαίνεσαν το φιλογενές ενδιαφέρον της Μονής: «Εύγε και υπέρευγε, σεβασμιώτατοι Βατοπεδινοί. Εάν σεις επληρώσατε ότι χρεωστείτε εις την κοινήν ημών μητέρα και πατρίδα, η πατρίς πρέπει να σας ευχαριστήσει ως ευεργέτας, και όχι ως πληρωτάς…».  Αλλά και κατά τα νεότερα χρόνια οι δωρεές της Μονής θα είναι πάντοτε γενναιόδωρες και παροιμιώδεις: το 1880 δωρίζει στη Μεγάλη σχολή του Γένους 4.000 λίρες. Το 1915 προσφέρει 1.000 λίρες για να ιδρυθεί στη Λάρνακα Κύπρου Σχολή. Το 1917 δωρίζει στο Γαλλικό Ερυθρό Σταυρό το μεγάλο ποσό των 20.000 δραχμών. Το ίδιο έτος στην πυρίκαυστη τότε Θεσσαλονίκη, η Μονή χορηγεί το υπέρογκο ποσό των 50.000 χρυσών φράγκων για την αντιμετώπιση των καταστροφών από τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917. Ανάλογη είναι και η προσφορά σε τρόφιμα. Η Μονή «είναι πρώτη σ’ αυτή την κλίμακα: ζυμώνει εβδομαδιαίως 600 οκάδες αλεύρι και ξοδεύει ετησίως 180.000 οκάδες οίνο

Advertisements